του Ανδρέα Κοσιάρη

Εκατομμύρια γονείς στις ΗΠΑ επιδίδονται σε ένα ιδιότυπο «σαφάρι» από πολυκατάστημα σε πολυκατάστημα, αναζητώντας κάποιο ράφι που να διαθέτει βρεφικό γάλα σε σκόνη, εν μέσω μιας «τέλειας καταιγίδας» ελλείψεων στην αμερικανική αγορά.

Η έλλειψη βρεφικού γάλακτος είναι αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων, όπως τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω της πανδημίας και το προσωρινό κλείσιμο ενός μεγάλου εργοστασίου παραγωγής βρεφικού γάλακτος λόγω μόλυνσης της αλυσίδας παραγωγής με βακτήρια.

Όμως πάνω απ’ όλα, είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης μιας υπερσυγκεντρωτικής καπιταλιστικής αγοράς που αδιαφορεί για τις ανάγκες των πολιτών, και της έλλειψης ελέγχου και σχεδιασμού από το αμερικανικό κράτος.

Η αγορά βρεφικού γάλακτος στις ΗΠΑ, που το 2019 ανερχόταν σε περίπου 3,5 δισ. δολάρια, ελέγχεται σχεδόν εξολοκλήρου από τέσσερις εταιρείες. Το 90% της αγοράς μοιράζεται στις εταιρείες Άμποτ, Μιντ Τζόνσον, Νεστλέ και Πέριγκο. Η είσοδος νέων μικρότερων «παικτών» στην αγορά είναι πολύ δύσκολη, καθώς η παραγωγή βρεφικού γάλακτος έχει πολύ υψηλό κόστος κατασκευής εγκαταστάσεων και σχετικά μικρό περιθώριο κέρδους.

Αν και η παραγωγή του τελικού προϊόντος είναι φτηνή, εντούτοις η δυνατότητα των εταιρειών να βγάζουν κέρδος από αυτό είναι περιορισμένη. Αφενός μεγάλο τμήμα των πωλήσεων γίνονται μέσω του ομοσπονδιακού προγράμματος βοήθειας WIC. Το WIC προσφέρει μεταξύ άλλων βρεφικό γάλα σε χαμηλού εισοδήματος οικογένειες, με τα συμβόλαια να συνάπτονται σε πολιτειακό επίπεδο και τις πολιτείες να είναι (ορθά) υποχρεωμένες από τον νόμο να συνάπτουν συμβόλαιο με τον χαμηλότερου κόστους πάροχο. Με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το 53% των βρεφών που γεννιούνται στις ΗΠΑ λαμβάνουν διατροφή μέσω του προγράμματος WIC.

Αφετέρου, τα βρέφη ως «πελάτες» δεν διαθέτουν ούτε τη δυνατότητα να ξοδεύουν τα δικά τους χρήματα ούτε την επιλογή μεγάλης γκάμας εναλλακτικών — οι διατροφικές τους ανάγκες είναι συγκεκριμένες, είναι εξαιρετικά τακτικές και η κάλυψή τους οφείλει να είναι προσιτή.

Η απουσία μεγάλης δυνατότητας κέρδους, όμως, εκτός από τον αποκλεισμό της εισόδου μικρών εταιρειών στην αγορά, σημαίνει ότι και οι μεγάλες εταιρείες που δεσπόζουν σε αυτή αρνούνται πεισματικά να ξοδέψουν χρήματα για τη βελτιστοποίηση των συνθηκών παραγωγής. Ως μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, που οι δραστηριότητές τους επεκτείνονται σε άλλους τομείς, προτιμούν να επενδύουν σε αυτούς που θα τους αποφέρουν μεγαλύτερο κέρδος και βασίζονται στις λογιών-λογιών πιέσεις τους προς το κράτος ώστε αυτό να στηρίζει το ολιγοπώλιό τους και να μην εφαρμόζει τους απαραίτητους ελέγχους ποιότητας που οφείλει να εφαρμόζει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το προσωρινό κλείσιμο του εργοστασίου παραγωγής βρεφικού γάλακτος της Άμποτ στο Στέρτζις του Μίσιγκαν. Η Άμποτ είναι ο μεγαλύτερος «παίκτης» της συγκεκριμένης αγοράς και το εργοστάσιο στο Στέρτζις παρήγαγε σχεδόν το ένα πέμπτο του συνόλου του βρεφικού γάλακτος στις ΗΠΑ.

Οι καταγγελίες για τις συνθήκες υγιεινής στο συγκεκριμένο εργοστάσιο είχαν ξεκινήσει ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2021. Χρειάστηκαν μήνες (και οι θάνατοι τουλάχιστον δύο βρεφών) μέχρι να δεήσει ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) να στείλει ελεγκτές στο εργοστάσιο τον Ιανουάριο του 2022. Αυτοί ανακάλυψαν βακτηριακή μόλυνση στη γραμμή παραγωγής, με την εταιρεία να κλείνει το εργοστάσιο τον Φεβρουάριο και να ανακαλεί προϊόντα, προκαλώντας μεγάλο τμήμα της σημερινής έλλειψης που φτάνει στο 45% των προϊόντων. (Η Άμποτ επιμένει να αρνείται ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ θανάτων και νοσηλειών βρεφών και της μόλυνσης των προϊόντων της).

Η χαρακτηριστική καθυστέρηση της κυβέρνησης Μπάιντεν δεν αφορά μόνο τον έλεγχο του συγκεκριμένου εργοστασίου. Η προειδοποίηση για τη μόλυνση των προϊόντων της Άμποτ υπάρχει από τον περασμένο Σεπτέμβριο, το εργοστάσιο έκλεισε τον Φεβρουάριο και μικρότερου επιπέδου ελλείψεις υπάρχουν από την αρχή της πανδημίας — όμως η κυβέρνηση περίμενε μέχρι τον Μάιο για να ενεργοποιήσει τον Νόμο Αμυντικής Παραγωγής (Defense Production Act – DPA), ώστε να εισάγει εσπευσμένα βρεφικό γάλα από το εξωτερικό. Και οι μέχρι στιγμής εισαγωγές, σχεδόν αποκλειστικά από την Ευρώπη και για τις οποίες πανηγύρισε το Δημοκρατικό κόμμα και τα αμερικανικά μίντια, δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες των βρεφών στις ΗΠΑ ούτε για μία εβδομάδα.

Μάλιστα, o DPA χρησιμοποιήθηκε μονάχα για εσπευσμένη εισαγωγή και διευκόλυνση της προμήθειας πρώτων υλών από τις εταιρείες παραγωγής βρεφικού γάλακτος, αλλά όχι για την παραγωγή επιπλέον προϊόντος με άμεση ή έμμεση συμμετοχή του δημοσίου τομέα.

Η επιλογή αυτή επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί με μία άκρως κυνική δήλωση του υπουργού Μεταφορών (και αγαπημένου παιδιού του κατεστημένου του κόμματος των Δημοκρατικών) Πιτ Μπούτιτζετζ σε τηλεοπτική εκπομπή του CBS την προηγούμενη εβδομάδα, ο οποίος εν ολίγοις είπε πως η έλλειψη βρεφικού γάλακτος είναι το τίμημα της ζωής σε μια καπιταλιστική οικονομία: «Ας είμαστε πολύ ξεκάθαροι», είπε. «Αυτή είναι μια καπιταλιστική χώρα. Η κυβέρνηση δεν παρασκευάζει βρεφικό γάλα, ούτε θα έπρεπε. Οι εταιρείες παρασκευάζουν βρεφικό γάλα».

Στη «Μέκκα» του καπιταλισμού, λοιπόν, οι ιθύνοντες παραδέχονται ότι ευθύνεται ο ίδιος ο καπιταλισμός για το γεγονός δεν υπάρχει αρκετό γάλα για να τραφούν τα βρέφη της χώρας. Ακόμα πιο επιδεικτικά, παραδέχονται ότι η βέλτιστη λύση για το πρόβλημα δεν μπορεί να εφαρμοστεί, διότι θα παραβίαζε τις «αρχές και τις αξίες» του ίδιου καπιταλιστικού συστήματος — που συνοψίζονται στα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων.

Ακόμα χειρότερα, και για κατακλείδα, η λύση στην οποία φαίνεται να καταλήγει η κυβέρνηση Μπάιντεν είναι μια ακόμη σφαλιάρα στα μούτρα των Αμερικανών γονέων. Με διάταγμα συναίνεσης που εκδόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ στις 16 Μαΐου, η έρευνα για το μολυσμένο εργοστάσιο της Άμποτ ολοκληρώνεται χωρίς δίωξη και παραδοχή ενοχής της εταιρείας, με «αντάλλαγμα» αυτή να ξεκινήσει άμεσα την παραγωγή και να αντιμετωπιστούν έτσι οι ελλείψεις στην αγορά, κάτι που δεν αναμένεται να συμβεί πριν τα μέσα Ιουνίου.

Έτσι «μαγικά» δουλεύει ο καπιταλισμός: η Άμποτ διοχέτευσε μολυσμένο γάλα στην αγορά, προκάλεσε τεράστιες ελλείψεις, και τώρα θα συνεχίσει να νέμεται το γιγαντιαίο μερίδιό της, με τους γονείς να μην έχουν εναλλακτική επιλογή για να ταΐσουν τα βρέφη τους. Και το κράτος, υπηρέτης των εταιρειών κι όχι των πολιτών, δεν κάνει τίποτα — διότι στον καπιταλισμό «η κυβέρνηση δεν παρασκευάζει βρεφικό γάλα», όπως είπε κι ο Πιτ Μπούτιτζετζ.

πηγή: info-war.gr

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το