Χρήστος Κάτσικας

            Πρόσφατα ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) κ. Παπαλεξόπουλος συμφώνησαν ότι για την ανεργία φταίνε τα προγράμματα σπουδών, με τον ΣΕΒ να απαιτεί «επένδυση σε περισσότερες, καλύτερες και σύγχρονες δεξιότητες, οι οποίες είναι αναγκαίες για την αποτελεσματική λειτουργία των επιχειρήσεων».

            Από κοντά και ο ΙΟΒΕ σε «μελέτη» του με τίτλο «Εκπαίδευση και αγορά εργασίας στην Ελλάδα» συμπεραίνει είναι πως βασική ορίζουσα της ανεργίας των νέων είναι η αναποτελεσματική τους κατάρτιση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

            Λίγο νωρίτερα, στο πλαίσιο των συγκοινωνούντων δοχείων, με βάση την αξιολόγηση των δεξιοτήτων των ενηλίκων (PIAAC), αλλά και των μαθητών (PISA), ο ΟΟΣΑ εξέδωσε την έκθεση «Το μέλλον της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων. Η εκπαίδευση το 2030»

            Πρόκειται, βεβαίως, για μια μόνιμη επωδό σε παρεμβάσεις που αφορούν την κυρίαρχη αναπτυξιακή στρατηγική.

            Τα παραπάνω «συμπεράσματα» είναι εξόχως βολικά και αξιοποιήσιμα από τις κυρίαρχες πολιτικές που βρήκαν μια σημαία ευκαιρίας για τις δικές τους επικοινωνιακές μεθοδεύσεις που είναι απαραίτητες για τη νομιμοποίηση σχεδιασμών σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης, από τις αλλαγές στην υποχρεωτική εκπαίδευση και το Λύκειο μέχρι το σύστημα πρόσβασης και την αναδιάρθρωση στα ΑΕΙ που προβάλλονται σαν το μαγικό φίλτρο που απαντάει στα προβλήματα.

            Στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η υπουργός Παιδείας δήλωσε ότι οι «Ήπιες και ψηφιακές δεξιότητες στο σχολείο από το νηπιαγωγείο»  που χρηματοδοτούνται με  1,3 δις ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και η «Καλύτερη διασύνδεση του εκπαιδευτικού προγράμματος με την αγορά εργασίας»  που χρηματοδοτείται με 395 εκ. ευρώ αποτελούν το «βαρύ πυροβολικό» των παρεμβάσεων του ΥΠΑΙΘ για την αλλαγή πλεύσης της εκπαίδευσης.  

            Λίγο αργότερα, τη Δευτέρα 28 Ιουνίου στην εκδήλωση με θέμα «Κάνουμε πράξη το όνειρο» όπου παρουσιάστηκε το «νέο αναβαθμισμένο σχολείο» με την παρουσία του πρωθυπουργού, ο πρώτος από τους τέσσερις βασικούς άξονες μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η αναβάθμιση του σχολείου και η παιδεία αλλάζει στην πράξη είναι το σχολείο των σύγχρονων δεξιοτήτων.

          Αμ’ έπος αμ’ έργον, στις 29 Ιουλίου η υφυπουργός Παιδείας, Ζέττα Μακρή. με Υπουργική απόφαση καθορίζει τον τρόπο διδασκαλίας, το ωρολόγιο πρόγραμμα, το σχέδιο δράσεις, τις αναθέσεις και τις αξιολογήσεις των μαθητών στα Εργαστήρια Δεξιοτήτων.

            Για άλλη μια φορά στο πολυπαιγμένο εκπαιδευτικό δραματολόγιο, βρήκαν αγκυροβόλιο αφενός ο μύθος ότι «εκείνο που απουσιάζει δεν είναι οι θέσεις στην αγορά εργασίας αλλά το κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό που θα τις καλύψει» (άρα για την ανεργία φταίει ο άνεργος και η μόρφωσή του) και αφετέρου «υποσχετικές» για τις δυνατότητες που άνοιγε η νέα «σταυροφορία»

 Το «ανελαστικό εκπαιδευτικό μας σύστημα»

            Χρόνια τώρα, μόνιμοι προσηλυτιστές της κοινής γνώμης, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, τεχνοκράτες και «ειδικοί», συνδικαλιστές της αριστοκρατίας, με δομή ρωσικής μπαμπούσκας, υποστηρίζουν με άκαμπτη ομοφωνία ότι «εκείνο που απουσιάζει δεν είναι οι θέσεις στην αγορά εργασίας αλλά το κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό που θα τις καλύψει καθώς στις σημερινές συνθήκες της οικονομίας δημιουργούνται θέσεις εργασίας με νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά». Παράλληλα ανακαλύπτουν ότι «το εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί έγκαιρα σ’ αυτές τις νέες ανάγκες, καθώς έχει δομηθεί πάνω σ’ ένα παρωχημένο σύστημα παραγωγής με κουλτούρα τακτοποίησης και όχι απασχόλησης». Στα πλαίσια αυτά το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας κατηγορείται ότι εμφανίζει εντυπωσιακές «ανελαστικότητες» στην κατάλληλη εξειδίκευση των φοιτητών και σπουδαστών. Η Μέση Εκπαίδευση (Γυμνάσια – Λύκεια) κατηγορείται για «θεωρητικίλα» ενώ τα Πανεπιστήμια κατηγορούνται για αρχαϊσμό, ότι είναι αποκομμένα από τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας και ως εκ τούτου είναι φυσικό να παράγουν ανέργους.

            Ωστόσο, οφείλουμε να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι αυτή η εικόνα (έλλειψη δεξιοτήτων) έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Όπως έχει αποδείξει και το brain drain, δυναμικό υψηλής ειδίκευσης και μόρφωσης υπάρχει στη χώρα, το ίδιο και οι επιτυχημένες διαδρομές πτυχιούχων ή εργαζομένων από την Ελλάδα στο εξωτερικό. Οι διαφορές στις διεθνείς εκθέσεις μαθητικών επιδόσεων αποτυπώνουν κυρίως διαφορές εκπαιδευτικών προτύπων παρά δεξιοτήτων.

            Στους χώρους εργασίας βλέπουμε ότι οι νέες και οι νέοι εργαζόμενοι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο γνώσεων σε σχέση με μια γενιά πριν, συμπεριλαμβανομένου και υψηλού επιπέδου ψηφιακού αλφαβητισμού, και κάνουν μεγάλη προσπάθεια συγκέντρωσης τυπικών και ουσιαστικών προσόντων. Οταν προσφέρονται θέσεις εργασίας, υπάρχει όχι μόνο πληθώρα υποψηφίων αλλά και υπερεπάρκεια γνώσεων και δεξιοτήτων. Ακόμα και προβλήματα όπως η απουσία εξοικείωσης με μορφές βιομηχανικής παραγωγής που απλώς δεν υπάρχουν στη χώρα σε μεγάλη κλίμακα (π.χ. μεγάλες γραμμές παραγωγής αυτοκινητοβιομηχανίας με ρομπότ) αφορούν ελλείμματα της παραγωγικής βάσης, όχι των εργαζομένων.

            Το επιχείρημα ότι η προσαρμογή των σπουδών στις ανάγκες της «αγοράς», θα εξασφαλίσει άμεσα μια επικερδή εργασία στους αποφοίτους, είναι, εκτός των άλλων, ολοκληρωτικά αβάσιμο και παραπλανητικό. Η ανεργία των πτυχιούχων δεν οφείλεται στην έλλειψη των κατάλληλων ειδικοτήτων και δεξιοτήτων τους, όπως ισχυρίζεται το ΙΟΒΕ, ο Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων και λοιποί «συγγενείς» και προβάλλει η κυρίαρχη πολιτική και παπαγαλίζουν τα Μ.Μ.Ε. Αν το πρόβλημα ήταν τόσο απλό, τότε μέσα από μέτρα αναδιανομής του αριθμού των εισακτέων στις διάφορες ειδικότητες – που σε ένα βαθμό μπορεί να γίνει και στα καπιταλιστικά πλαίσια – θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί.

            Η ανεργία είναι μια πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για μια δυσλειτουργία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, αντίθετα, είναι συστατικό – δομικό στοιχείο της λειτουργίας του. Σε κάθε περίπτωση, οι συνθήκες που παράγουν τη μαζική ανεργία δεν είναι δυνατόν να αναιρεθούν από την όποια αλλαγή στο εκπαιδευτικό σύστημα. Το αντίθετο. Το δικανικό επιχείρημα ότι η ανεργία θα εξαφανιστεί όταν η εκπαίδευση θα μπορεί να παράγει πτυχιούχους κατάλληλα καταρτισμένους ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιχειρήσεων, οδηγεί στην άποψη ότι πηγή της ανεργία δεν είναι ο καπιταλισμός αλλά η πλημμελής εκπαίδευση. Η ανεργία, ωστόσο, θα εξακολουθήσει να υπάρχει όσο διατηρούνται οι γενικοί όροι που την παράγουν.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το