Καθώς η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας συνεχίζει απαρέγκλιτα στον δρόμο του νεοφιλελευθερισμού, της αύξησης κερδών του κεφαλαίου εφαρμόζοντας μια σκληρή αντιλαϊκή πολιτική, η ανάγκη συλλογικής αντίδρασης προβάλλει ως μονόδρομος για τους εργαζόμενους. Ωστόσο, παρά την όξυνση των προβλημάτων, οι εργατικές αντιστάσεις αν και εκδηλώνονται παραμένουν αναντίστοιχες με το μέγεθος της ολομέτωπης επίθεσης που δέχονται.

Μια από τις αιτίες που δεν προβάλλεται αποτελεσματική οργανωμένη αντίσταση στην αντιλαϊκή πολιτική από τους εργαζόμενους είναι γιατί για ένα μεγάλο κομμάτι από αυτούς, η εγγραφή και συμμετοχή σε σωματείο δεν τους φαίνεται ως κάτι χρήσιμο ή γιατί εκεί που εργάζονται δεν υπάρχει σωματείο. Σ’ αυτό συνηγορούν πολλοί και διάφοροι λόγοι.

Κατ’ αρχάς, είναι μικρός συνολικά ο αριθμός των σωματείων εν γένει – υπάρχουν σωματεία που ιδρύθηκαν πριν από 40 ή 50 χρόνια με τα δεδομένα της κάθε εποχής, αλλά δεν υπάρχουν σωματεία που να καλύπτουν εργαζόμενους σε σύγχρονα επαγγέλματα και στις σύγχρονες εργασιακές συνθήκες: ο πολυκερματισμός της εργασίας, οι πολλές και προσωρινές δουλειές, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας (π.χ. η μη ύπαρξη σταθερού ωραρίου), η δραστηριοποίηση εργολαβικών γραφείων που πηγαινοφέρνουν και ανακυκλώνουν εργαζόμενους ανάλογα με τις ανάγκες τους, η συχνή ανεργία, ακόμα και η τηλεργασία δημιουργούν δυσκολίες επικοινωνίας και σταθερών συναδελφικών σχέσεων μεταξύ των εργαζομένων.

Αλλά ακόμα και στα υπάρχοντα σωματεία, σε μεγάλη έκταση η συμμετοχή είναι ισχνή – αφήνονται είτε στην τύχη τους είτε σε λίγα άτομα που μπορεί να σηκώσουν όλο το βάρος της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τον μικρό αριθμό των πανό σωματείων σε μια διαδήλωση, όπως πχ στην απεργία της Πρωτομαγιάς. Έτσι λοιπόν, πολύς κόσμος μένει ανενεργός μπροστά στα εργασιακά προβλήματα του καιρού μας. Ωστόσο, η ανάγκη συσπείρωσης στα σωματεία και η ανάγκη συλλογικής δράσης παραμένει περισσότερο επιτακτική από κάθε άλλη φορά.

Από την άλλη πλευρά, το παράδειγμα λειτουργίας πολλών πρωτοβάθμιων σωματείων και ακόμα περισσότερο δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων συνδικάτων έχουν εντείνει την αδιαφορία και απομάκρυνση των εργαζομένων: συνδικαλιστικές παρατάξεις που πρόσκεινται στα γνωστά αστικά κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ) έχουν δείξει πολλάκις την ευθυγράμμισή τους με την κυβερ­νητική πολιτική, υποσκάπτοντας κάθε προσπάθεια αντίδρασης από πλευράς εργαζομένων.

Έχουν μετατρέψει τα συνδικαλιστικά όργανα σε γραφειοκρατικές οργανώσεις που δρουν στη λογική της ανάθεσης, των προσωπικών εξυπηρετήσεων και των πελατειακών σχέσεων. Έχουν καταστήσει τα σωματεία και τους συλλόγους υπόθεση λίγων και συγκεκριμένων, με όλο και λιγότερες μαζικές διαδικασίες (τακτικές ή έκτακτες γενικές συνελεύσεις), με όλο και λιγότερες «δυσάρεστες» προς την κυβέρνηση ανακοινώσεις και παρεμβάσεις, με όλο και λιγότερη συμμετοχή σε εργατικές κινητοποιήσεις και αγώνες. Έχουν πάψει να λειτουργούν σαν όργανα ταξικού αγώνα και συστηματικά κρατούν τους εργαζομένους μακριά από την μαζική πάλη, μακριά από τους αποφασιστικούς αγώνες της κοινωνίας με αλληλεγγύη, αποφασιστικότητα και διάρκεια.

Αλλά και το ΠΑΜΕ, πάρα τα παχιά ταξικά λόγια του για τους εργάτες, όσα συνδικάτα ελέγχει τα έχει μετατρέψει σε στενούς γραφειοκρατικοποιημένους μηχανισμούς του που απωθούν τους απλούς εργαζόμενους, ενώ με την συνδικαλιστική γραμμή του αντί να ενοποιεί τους εργαζόμενους τους διασπά.

Παρά τις παθογένειες του συνδικαλιστικού κινήματος, το πρόσταγμα στον καπιταλισμό είναι ένα: η συλλογική αντίσταση και η οργανωμένη πάλη. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την εργοδοτική εκμετάλλευση ατομικά. Μπορούν να την αντιμετωπίσουν όταν ενοποιούν τις δυνάμεις τους. Δεν έχουν τα μέσα παραγωγής, δεν ελέγχουν το κράτος ή τους μηχανισμούς του, αλλά έχουν ο ένας τον άλλον. Και υπερέχουν αριθμητικά. Άλλωστε, οι μαζικές κινητοποιήσεις των τελευταίων μηνών έδειξαν πόσο μπορούν να κινηθούν οι εξελίξεις κάτω από την πίεση του λαού.

Οι εργαζόμενοι έχουν ανάγκη τα σωματεία. Είναι ανάγκη να μπουν στα σωματεία, να ενεργοποιηθούν, να κάνουν στην άκρη τις δυνάμεις που τα ελέγχουν και που μέχρι τώρα τα οδήγησαν σε υπολειτουργία, σε διάσπαση ή και σε καπέλωμα από κόμματα και παρατάξεις, να αλλάξουν τους συσχετισμούς δυνάμεων προς όφελος εκείνης της αγωνιστικής κατεύθυνσης που θα υπηρετήσει πραγματικά τα συμφέροντά τους και θα παλέψει για τα αιτήματά τους.

Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στις αντιλαϊκές πολιτικές μπορεί να γίνει αποτελεσματικά μόνο αν δίνεται συλλογικά. Κύτταρο της συλλογικής οργανωμένης μαζικής πάλης είναι το σωματείο, που αποτελεί σπουδαία κατάκτηση της εργατικής τάξης.

Η ανάγκη συσπείρωσης, οργάνωσης όλων των εργαζομένων στα υπάρχοντα συνδικάτα είναι πρωταρχική ανάγκη για την επιτυχημένη διεξαγωγή της πάλης τους για τα ταξικά συμφέροντά τους. Όπως και η ανάγκη να οικοδομήσουν συνδικάτα όπου δεν υπάρχουν, στους χώρους και στους κλάδους που δουλεύουν.

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το