Η παρούσα κυβέρνηση, όπως και πολλές προηγούμενες αστικές κυβερνήσεις, αν όχι όλες, στο όνομα του δήθεν εκσυγχρονισμού και της ευελιξίας της αγοράς εργασίας, ψήφισε τον νέο εργασιακό νόμο (Ν. 5239/2025, ΦΕΚ Α’ 178/17-10-2025) με τίτλο «Δίκαιη Εργασία για Όλους: Απλοποίηση της Νομοθεσίας – Στήριξη στον Εργαζόμενο – Προστασία στην Πράξη – Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις και λοιπές διατάξεις», το οποίο παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως μεταρρυθμιστική τομή υπέρ της δίκαιης εργασίας και της στήριξης, της προστασίας και της προσαρμογής των εργαζομένων στην σύγχρονη εποχή. Πίσω από όλα όσα αναφέρονται όμως περί δικαιοσύνης, στήριξης και προστασίας, κρύβεται η συστηματική διάλυση των σταθερών όρων εργασίας, μέσω των ελαστικών μορφών απασχόλησης, και του χτυπήματος των συλλογικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών κατακτήσεων που οικοδομήθηκαν με αγώνες δεκαετιών. Έτσι, με την ανάγνωση του εν λόγω νόμου αναρωτιέται εύλογα κανείς, εν τέλει για ποια δίκαιη εργασία μιλάμε και για ποιους;

Ο εν λόγω νόμος τροποποιεί ουσιωδώς θεμελιώδεις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που κατακτήθηκαν και κατοχυρώθηκαν εδώ και 100 και πλέον χρόνια.

Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά την διάταξη που επιτρέπει την απασχόληση έως 13 ώρες ημερησίως στον ίδιο πλέον εργοδότη (μέχρι σήμερα ίσχυε το κατάπτυστο 13ωρο για απασχόληση σε 2 ή περισσότερους εργοδότες), «κατ’ εξαίρεση» και με «συναίνεση του εργαζομένου», συνιστά εργαλείο καταπάτησης του 8ώρου.

Η έννοια της συναίνεσης, μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη, είναι καθαρά προσχηματική. Χρησιμοποιείται ως εργαλείο αποπροσανατολισμού της εργατικής τάξης από την ουσία της συγκεκριμένης ρύθμισης και λειτουργεί ταυτόχρονα ως βούτυρο στο ψωμί των εργοδοτών, οι οποίοι επιδιώκουν να νομιμοποιήσουν την καταπίεση αυτή επικαλούμενοι τη δήθεν συναίνεση των εργαζομένων. Προσπαθούν, έτσι, να παρουσιάσουν τους ίδιους τους εργαζόμενους ως υποστηρικτές των εξοντωτικών ωραρίων, στο όνομα της δυνατότητας να κερδίζουν λίγα παραπάνω χρήματα.

Η δήθεν ελεύθερη βούληση και συναίνεση του εργαζομένου έχει αποδειχθεί πολλές φορές κενή περιεχομένου, αφού ο εργαζόμενος βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής εξάρτησης από τον εργοδότη. Στην πραγματικότητα, η «συναίνεση» αυτή παρέχεται υπό το βάρος του φόβου της ανεργίας και της επισφάλειας.

Ωστόσο, γνωρίζουμε καλά πως οι πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων -τους οποίους η κυβέρνηση και το ίδιο το σύστημα έχουν οδηγήσει στην εξαθλίωση- δεν είναι να δουλεύουν περισσότερες ώρες για ελάχιστα επιπλέον ψίχουλα. Αντιθέτως, έχουν ανάγκη να αμείβονται δίκαια και επαρκώς για την ήδη εξαντλητική εργασία που προσφέρουν, να ξεκουράζονται, να ανακτούν τις δυνάμεις τους, να περνούν χρόνο με τους ανθρώπους τους και να καλλιεργούν το πνεύμα τους. Όλα αυτά είναι αξίες και ανάγκες που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τέτοιου είδους «μεταρρυθμίσεις».

Η καθιέρωση της 13ωρης εργασίας, ακόμη και με κάποια προσαύξηση μισθού, οδηγεί αναπόφευκτα στην εξουθένωση του εργαζομένου και ανοίγει τον δρόμο για τη γενικευμένη εφαρμογή «κατ’ εξαίρεση» ωραρίων, τα οποία τείνουν να γίνουν ο κανόνας.

Από την άλλη πλευρά, η θεσμοθέτηση της τετραήμερης απασχόλησης ή η συμπύκνωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας (σε 7ωρο ή 6ωρο) προβάλλονται από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις ως πανάκεια για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων. Ωστόσο, τα αιτήματα αυτά δεν πρέπει να αποσυνδέονται από τον πυρήνα του εργατικού κινήματος: την ανάγκη για συλλογική διαπραγμάτευση και κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων μέσα από συλλογικούς αγώνες. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η μετατροπή του χρόνου εργασίας σε ατομική υπόθεση, που αποδυναμώνει τη συλλογική διεκδίκηση και ενισχύει την εργοδοτική αυθαιρεσία. Το αίτημα για καλύτερους όρους μέσα στην καπιταλιστική εκμετάλλευση είναι ανεπαρκές καθώς στόχος θα πρέπει να είναι η ανατροπή των σχέσεων παραγωγής που τη γεννούν.

Ο νέος εργασιακός νόμος εισάγει μια σειρά ακόμη αλλαγών, όπως οι fast track προσλήψεις για απασχόληση έως δύο ημερών, η δυνατότητα πραγματοποίησης υπερωριών και στην εκ περιτροπής εργασία, αλλά και άλλες ρυθμίσεις που παρουσιάζονται ως «οφέλη» για τους εργαζομένους. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνεται η δυνατότητα κατανομής της ετήσιας άδειας σύμφωνα με την επιθυμία του εργαζομένου -κάτι που όλοι γνωρίζουμε ότι στην πράξη σπάνια εφαρμόζεται-, η κατάργηση ορισμένων εντύπων και η δυνατότητα ο ίδιος ο εργαζόμενος να αναγγέλλει ο ίδιος την οικειοθελή αποχώρησή του μέσω του ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ.

Ωστόσο, είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις λειτουργούν περισσότερο ως επικοινωνιακό τέχνασμα. Στόχος τους είναι να αποπροσανατολίσουν τον εργαζόμενο λαό από τα πραγματικά προβλήματα της εργασιακής καθημερινότητας -τα εξοντωτικά ωράρια, τις απλήρωτες υπερωρίες, την εντατικοποίηση και την ανασφάλεια- ώστε να μην υπάρξει αφύπνιση και συλλογική αντίδραση που θα μπορούσε να ανατρέψει τα σχέδιά τους.

Από πολιτική σκοπιά, το νέο πλαίσιο δεν αποτελεί κάποιο λάθος ή τυχαία επιλογή. Είναι αποτέλεσμα της ίδιας της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, που προσπαθεί να πετύχει τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη αυξάνοντας την πίεση και την εκμετάλλευση πάνω στους εργαζομένους.

Αυτή η δήθεν πρόοδος και μεταρρύθμιση που σκοπό έχει να αυξήσει την παραγωγικότητα των εργαζομένων δήθεν προς όφελός τους, λειτουργεί ως μηχανισμός εντατικοποίησης της εργασίας και εξουθένωσής τους. Τέτοιου είδους νομοθετήματα είναι κάθε άλλο παρά ουδέτερα. Είναι όργανα ταξικής πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου.

Απέναντι σ’ αυτήν την συνολική επίθεση στα εργασιακά του δικαιώματα, ο εργαζόμενος λαός και το κίνημα οφείλει να θέσει στο επίκεντρο την υπεράσπιση του 8ώρου και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ως αδιαπραγμάτευτων κατακτήσεών του, την ανασυγκρότηση των σωματείων, με σκοπό την οργάνωση της εργατικής τάξης σε αυτά, την ιδεολογική αναμέτρηση με την αστική προπαγάνδα της δήθεν ευελιξίας και της συναίνεσης των εργαζομένων στην εξόντωσή τους, την ενότητα εργατών, φοιτητών, νεολαίας και μικρομεσαίων σε κοινό μέτωπο αγώνα – όχι για «βελτίωση», αλλά για ανατροπή των αντιλαϊκών πολιτικών.

Ο νέος εργασιακός νόμος είναι κρίκος σε μια αλυσίδα μέτρων που στοχεύουν να ανατρέψουν οριστικά ό,τι έχει απομείνει από τις προστατευτικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας του 20ού αιώνα και η απάντηση πρέπει να είναι πολιτική, ταξική και μαζική.

Η ιστορία του κινήματος μας διδάσκει ότι κανένας νόμος εκμετάλλευσης δεν ανατράπηκε στα έδρανα της Βουλής ή με συνδιαλλαγή με τους ίδιους τους εκμεταλλευτές. Ανατράπηκε στους δρόμους, στα εργοστάσια, στις απεργίες.
Η πάλη ενάντια στο νέο εργασιακό έκτρωμα είναι αναπόσπαστο μέρος της πάλης για μία κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

πηγή: περιοδικό Πορεία, τ. 61

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το