γράφει ο Γιώργος Ρούσσος

Ηραγδαία εξάπλωση του κορονοϊού, έφερε νέα μέτρα στην Αττική.  Από την Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου έως και την Κυριακή 4 Οκτωβρίου, αναστέλλονται οι προβολές σε κλειστούς / χειμερινούς Κινηματογράφους. Όμως τα Θερινά Σινεμά, τηρώντας πάντα τους απαραιτήτους κανόνες ασφαλείας, παραμένουν ανοικτά και εκμεταλλευόμαστε την ευκαιρία για να προτείνουμε δέκα σπουδαίες ταινίες τις οποίες μπορούμε να απολαύσουμε με ασφάλεια, στην μεγάλη οθόνη.

«Ο Φάρος» (The Lighthouse – 2019) του Ρόμπερτ Έγκερς (Η.Π.Α.)

Η εξοντωτική συντήρηση του φάρου και τα σκληρά καθημερινά τους καθήκοντα, αποτελούν μια βασανιστική ρουτίνα κάτω από τις ριπές του ανέμου και το πηχτό σκοτάδι. Στο απόκοσμο αυτό μέρος, θα ζωντανέψουν οι αιώνιοι μύθοι και οι αρχαίοι θρύλοι που θα απειλήσουν με παράδοξο τρόπο τους δυο ήρωες. Η κουραστική καθημερινότητα θα είναι μόνο η αρχή ενός βιβλικού ολέθρου. Οι ιστορίες των δυο αντρών θα ξεδιπλωθούν σταδιακά. Η εμμονή με το καθήκον, οι θολές μνήμες, οι αληθινές ταυτότητες πίσω από τον μύθο, οι επίπονες σωματικά βάρδιες και η απελπισία τους μέσα στον φάρο που μοιάζει ξεχασμένο από τους ανθρώπους, θα οδηγούν την ιστορία. Το ψυχολογικό παιχνίδι θα είναι αδιάκοπο. Η ατμοσφαιρική, ασπρόμαυρη φωτογραφία της ταινίας, αποτελεί από μόνη της έναν χαρακτήρα του έργου. Το αινιγματικό σκοτάδι δημιουργεί την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία οι δυο χαρακτήρες θα χάσουν τις ψυχές τους.

Ο οραματιστής και ραγδαία ανερχόμενος σκηνοθέτης Ρόμπερτ Έγκερς, τέσσερα χρόνια μετά το εξαιρετικά ατμοσφαιρικό θρίλερ« «Η Μάγισσα» (The Witch) επιστρέφει με ένα δεύτερο ανεξάρτητο αριστούργημα: μια ακόμη πιο αινιγματική ταινία υπαρξιακού τρόμου, με τίτλο “Ο Φάρος” (The Lighthouse). Ο Έγκερς, αφηγείται μια ιστορία τοποθετημένη στη Νέα Αγγλία των Ηνωμένων Πολιτειών, γύρω στο 1890. Σε ένα μυστηριώδες νησί, δυο φρουροί ενός απομονωμένου φάρου, έχουν χρέος να μείνουν στο πόστο τους για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Εάν η «Μάγισσα» εξερευνούσε ένα θηλυκό αρχέτυπο τρόμου,  τότε ο «Φάρος» εξερευνά τα σκοτεινά ένστικτα των αντρών, όταν αυτοί αφεθούν σε ένα παιχνίδι εξουσίας με κόστος τη δική τους πνευματική ισορροπία.

Ο Γουίλεμ Νταφόε και ο Ρόμπερτ Πάτινσον προσεγγίζουν με θεατρική ένταση και ακρίβεια τους χαρακτήρες τους, οι οποίοι στέκουν αβοήθητοι μέσα στο παραισθησιογόνο σασπένς της ιστορίας. Ο καπετάνιος / μέντορας (Νταφόε) και ο πρώην ξυλοκόπος / μαθητής (Πάτινσον) δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Νταφόε και ο Πάτινσον ήταν οι αρχικές επιλογές του σκηνοθέτη, και οι τρεις τους δούλεψαν εντατικά για να δώσουν ζωή στους δυο απαιτητικούς και δύσκολους ερμηνευτικά χαρακτήρες. Οι δυο ηθοποιοί πραγματοποίησαν αληθινή ερμηνευτική υπέρβαση καθώς μπήκαν μέσα στο δέρμα των ρόλων τους και αφομοίωσαν τη μοναξιά και την συναισθηματική τους αγωνία, στον απόκοσμο φάρο. Οι πρόβες ήταν εξοντωτικές και η μέθοδος κινηματογράφισης ήταν μοναδική εμπειρία, σύμφωνα με τους ίδιους.

«Η Γκαρσονιέρα» (The Apartment – 1960) του Μπίλι Γουάιλντερ (Η.Π.Α.)

Ο Τζακ Λέμον υποδύεται τον Κ.Κ. Μπαντ Μπάξτερ, έναν μοναχικό χαμηλόμισθο υπάλληλο μιας ασφαλιστικής εταιρίας στη Νέα Υόρκη. Στην προσπάθεια του να ανέλθει τα αξιώματα, δανείζει το διαμέρισμά του στους ανωτέρους του, για να διασκεδάζουν με τις ερωμένες τους.

Αντίθετα όμως η δική του ερωτική ζωή δεν εξελίσσεται καθόλου καλά, αφού είναι ερωτευμένος με το κορίτσι του ασανσέρ, την Φραν Κιούμπελικ. Ακόμα χειρότερα η Φραν έχει σχέση με το μεγάλο αφεντικό, που και αυτό θα ζητήσει με τη σειρά του το «χρυσό» κλειδάκι από τον Μπάξτερ…

Πολυβραβευμένη ταινία, η «Γκαρσονιέρα» έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών. Ανάμεσα στα πολλά βραβεία που έχει κερδίσει, αξίζει να αναφέρουμε τα πέντε Όσκαρ με τα οποία τιμήθηκε, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα δύο στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας το 1960. Η χημεία των δύο πρωταγωνιστών είναι εκπληκτική, με τους Τζακ Λέμον και Σίρλεϊ Μακ Λέιν να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Τρία χρόνια μετά ο Μπίλι Γουάιλντερ θα τους ξανασκηνοθετήσει στην ταινία «Η Τροτέζα» (Irma La Douce, 1963 – Όσκαρ Καλύτερου Σάουντρακ).

«Τσάιναταουν» (Chinatown – 1974) του Ρομάν Πολάνσκι (Η.Π.Α.)

Ο Τζέικ Γκίτις (Τζακ Νίκολσον), ιδιωτικός ντετέκτιβ με ειδίκευση στις υποθέσεις μοιχείας, προσλαμβάνεται από μία γυναίκα που του συστήνεται ως Έβελυν Μόλρεϊ (Ντάιαν Λαντ), για να παρακολουθήσει τον σύζυγο της, Χόλις (Ντάρελ Ζβέρλινγκ). Ο Χόλις, είναι υπεύθυνος για την κατασκευή του συστήματος ύδρευσης της πόλης και η γυναίκα του έχει υποψίες ότι διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις. Ο Γκίτις τον ακολουθεί και διαπιστώνει ότι όντως την απατά με μια νεαρή κοπέλα. Η υπόθεση όμως περιπλέκεται όταν ανακαλύπτει ότι έχει προσληφθεί από άλλη γυναίκα, καθώς όταν επιστρέφει στο γραφείο του μετά την έρευνά του συναντά την πραγματική Έβελυν Μόλρεϊ που τον διαβεβαιώνει ότι δεν είχε καμιά πρόθεση να μάθει για τις εξωσυζυγικές σχέσεις του άνδρα της.

Όταν αργότερα ο κύριος Μόλρεϊ βρίσκεται νεκρός, ο Τζέικ διαπιστώνει ότι έχει εμπλακεί σε μια υπόθεση συνωμοσίας που σχετίζεται με το σύστημα παροχής νερού στην πόλη του Λος Άντζελες. Συνεχίζοντας την έρευνα ο Τζακ ανακαλύπτει στοιχεία που τον οδηγούν στον πατέρα της Έβελυν, Νόα Κρος (Τζον Χιούστον) και πρώην επαγγελματικό συνέταιρο του Χόλις.

Η ταινία «Τσάιναταουν»  έλαβε έντεκα Υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, κερδίζοντας τελικά μόνο το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου. Έλαβε επίσης επτά Υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, κερδίζοντας σε τέσσερις Κατηγορίες: Καλύτερη Δραματική Ταινία, Καλύτερη Σκηνοθεσία, Καλύτερη Ανδρική Ερμηνεία σε δραματική ταινία για τον υπέροχο, Τζακ Νίκολσον και Καλύτερου Σεναρίου. Το φιλμ εμβληματικό φιλμ του Ρομάν Πολάνσκι, κυκλοφορεί σε επανέκδοση, δίνοντας μας την ευκαιρία να την απολαύσουμε στην μεγάλη οθόνη και καθώς εξελίσσεται με φόντο την εκμετάλλευση του δικτύου παροχής νερού, είναι και επίκαιρη.

«Οι Δώδεκα Ενορκοι» (12 Angry Men – 1957) του Σίντνεϊ Λιούμετ (Η.Π.Α.)

Πρόκειται για μία καθηλωτική δικαστική ιστορία, η οποία παρουσιάζεται ως μία κοινωνική αλληγορία για την εφαρμογή της δημοκρατίας στην κοινωνία, με έναν υπέροχο Χένρι Φόντα σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες του στην μεγάλη οθόνη και όλα αυτά, στην πρώτη κινηματογραφική δημιουργία ενός κορυφαίου Αμερικανού σκηνοθέτη, του Σίντνεϊ Λουμέτ. Για την ιστορία, η ταινία, γυρίστηκε μόλις σε 20 μέρες, απέσπασε τρεις Υποψηφιότητες για Όσκαρ και τέσσερις Υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, χωρίς ωστόσο να διακριθεί, αντίθετα στην Ευρώπη κατάφερε να τιμηθεί με την «Χρυσή Άρκτο» στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1957. Στο ριμέικ της ταινίας το 1997, ο Τζακ Λέμον παίζει τον ρόλο του Χένρι Φόντα σε σκηνοθεσία του Γουίλιαμ Φρίντκιν, σε ένα όμως σαφώς υποδεέστερο φιλμ, το όμως τιμήθηκε με Χρυσή Σφαίρα.

Η ταινία «Οι Δώδεκα Ενορκοι», ξεκινάει στην αίθουσα ενός δικαστηρίου όπου ένα 18χρόνο αγόρι από την Ισπανία καταδικάζεται με θανατική ποινή σε ηλεκτρική καρέκλα για τη δολοφονία του πατέρα του. Ο δικαστής, καλεί τους δώδεκα ενόρκους να αποσυρθούν για να αποφασίσουν την ετυμηγορία τους. Για να «εκτελεστεί» όμως ο 18χρονος κατηγορούμενος θα πρέπει να συναινέσουν και οι δώδεκα ένορκοι.

Μέσα σε ένα ψυχρό, αποπνικτικό δωμάτιο, με ένα μεγάλο τραπέζι και δώδεκα καρέκλες, διαδραματίζεται σχεδόν όλη υπόθεση της ταινίας μας. Στην αρχή της συνεδρίας δείχνουν ότι οι ένορκοι είναι πεπεισμένοι πως ο νεαρός είναι ένοχος. Καλούνται λοιπόν να ψηφίσουν. Όλοι ψηφίζουν ότι είναι ένοχος εκτός από τον 8ο ένορκο (Χένρι Φόντα), ο οποίος διατηρεί αμφιβολίες για την ενοχή του νεαρού και προσπαθεί να πείσει τους υπόλοιπους έντεκα ενόρκους ότι τα στοιχεία δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όσο φαίνονται. Μέσα από διάφορες συζητήσεις μεταξύ τον ενόρκων, ξεδιπλώνονται μπροστά μας δώδεκα διαφορετικές προσωπικότητες και η ταινία καταλήγει σε μια αποκάλυψη των αδυναμιών, των προκαταλήψεων και των προβληματισμών του κάθε ενόρκου, ξεχωριστά.

«Με Κομμένη την Ανάσα» (Breathless / A Bout De Souffle – 1960) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ (Γαλλία)

Τον Μάρτιο του 1960, προβάλλεται στη Γαλλία, η πρώτη μεγάλου ταινία ενός σκηνοθέτη που έμελλε να επηρεάσει όσο λίγοι, την πορεία και την εξέλιξη της Έβδομης Τέχνης, καθώς ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ παρουσιάζει το φιλμ: «Με Κομμένη την Ανάσα» . Η ταινία σύμβολο του γαλλικού νέου κύματος και του μοντέρνου κινηματογράφου, που σηματοδότησε το πέρασμα του Σινεμά σε μια νέα εποχή και μας σύστησε έναν από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς του.

Η ιστορία της ταινίας, αφορά στην ερωτική – αν και κάπως αμήχανη – σχέση δύο νέων, μιας Aμερικανίδας (Τζιν Σίμπεργκ / Jean Seberg) κι ενός Γάλλου (Ζαν Πολ Μπελμοντό / Jean Paul Belmondo) στο Παρίσι. Διάχυτες είναι στην ατμόσφαιρα οι ανησυχίες αυτής της περιόδου, εκ μέρους της συγκεκριμένης γενιάς, οι οποίες αντιμετωπίζονται συχνά πυκνά με μια παιγνιώδης διάθεση. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε, πως το σενάριο βασίστηκε σε μια ιδέα του Φρανσουά Τρυφώ.

Η κάμερα στο χέρι που κινείται αδιάκοπα, πλάνα μακριά σε διάρκεια, εισαγωγή εικόνων από την ποπ αρτ (κόμικς, γκράφιτι), jump cuts (όταν διακόπτεται η αλληλουχία της ροής των πλάνων), αναφορές σε έργα της παγκόσμιας τέχνης, λογοπαίγνια, freeze frame (όταν παγώνει η εικόνα), γυρίσματα σε εξωτερικούς φυσικούς χώρους, χαμηλός προϋπολογισμός, αυτοσχεδιασμοί στον διάλογο, φυσικοί φωτισμοί και πειραματισμοί στον ήχο, είναι κάποια από τα στοιχεία που ενωμένα μεταξύ τους σαν ένα είδος καλλιτεχνικού κολάζ, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που αποκαλούμε: Nouvelle Vague.

«Το Μίσος» (La Haine – 1995) του Ματιέ Κασσοβίτς (Γαλλία)

Τρεις νεαροί μετανάστες θα προσπαθήσουν να πάρουν εκδίκηση για τον φίλο τους, ο οποίος έπεσε θύμα αστυνομικής βίας. Περιφερόμενοι άσκοπα στις φτωχογειτονιές του Παρισιού μ’ ένα κλεμμένο περίστροφο στα χέρια τους θα ζήσουν ένα συνταρακτικό 24ωρο, προσπαθώντας να πείσουν όσους δεν τους σέβονται ότι θα πρέπει να τους φοβούνται.

Ο Ματιέ Κασσοβίτς, γεννημένος στο Παρίσι στις 3 Αυγούστου του 1967, καταφέρνει μόλις με την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, να μας χαρίσει ένα διαχρονικό αριστούργημα του γαλλικού, αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου. 25 χρόνια μετά, το «Μίσος»  με τον Βενσάν Κασέλ, είναι μία αληθινή, συγκλονιστική και δυστυχώς, μόνιμα επίκαιρη δημιουργία, για τη βία που γεννά ο ρατσισμός.

«Οι άνθρωποι βλέπουν στο Παρίσι την πόλη του έρωτα και του φωτός. Όμως, όσο υπάρχει αγάπη υπάρχει και μίσος, όπου υπάρχει φως υπάρχει και σκοτάδι. Δε θέλω ο κόσμος να δει την ταινία ως αντι-μπατσική, αλλά ως ενάντια σε κάθε μορφή αστυνόμευσης. Στη Γαλλία εκπαιδεύουν τους μπάτσους επί έξη μήνες και μετά τους δίνουν ένα πιστόλι και τους αφήνουν στον δρόμο. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι αρκετό. Το φιλμ δεν είναι αντι-αστυνομικό. Αν και πιστεύω πως όταν κάποιος θέλει να γίνει αστυνομικός, τότε έχει πρόβλημα.» – Ματιέ Κασσοβίτς

«Tenet» (2020) του Κρίστοφερ Νόλαν (Ηνωμένο Βασίλειο, Η.Π.Α.)

Ακολουθώντας την παράδοση του δημιουργού, ο οποίος ζητά από τον θεατή να τον ακολουθήσει πιστά σε μία αινιγματική πλοκή που πειραματίζεται με τη διάσταση του χρόνου, ο Κρίστοφερ Νόλαν επιστρατεύει επιδέξια κάθε πτυχή της κινηματογραφικής παραγωγής για να διηγηθεί μία περιπέτεια έξω από καθετί συνηθισμένο και να προσφέρει στο κοινό μία από τις σημαντικότερες ταινίες της κινηματογραφικής σεζόν.

Οπλισμένος μόνο με μία λέξη, «Tenet», ο «Πρωταγωνιστής» (Τζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον) αναλαμβάνει μία μυστηριώδη αποστολή για να σώσει ολόκληρο τον κόσμο, με φόντο τον αινιγματικό κόσμο της διεθνούς κατασκοπείας, σε συνθήκες που τέμνουν τη διάσταση του χρόνου.

Στη νέα του ταινία, ο Κρίστοφερ Νόλαν στρέφει το βλέμμα του στο είδος των κατασκοπικών θρίλερ χωρίς να αποχωρίζεται τα στοιχεία της επιστημονικής φαντασίας, που έχει υπηρετήσει με συνέπεια (Inception – 2012, Interstellar – 2014) και ξέρει να χειρίζεται τόσο καλά, για να παρουσιάσει αυτό που δικαίως θεωρείται ως μία από τις κορυφαίες ταινίες του 2020.

Στο «Tenet» ο Νόλαν, καταφέρνει να ανακατασκευάζει τον κινηματογραφικό χρόνο και από μία αμετάβλητη δυναμική, να μεταμορφώνεται σε ένα νήμα που αναδιπλώνεται, περιστρέφεται, αντιπαρατίθεται και ανατρέπεται, παρασέρνοντας μαζί του και τον θεατή. O Βρετανός σκηνοθέτης, ο οποίος έγραψε, σκηνοθέτησε και ανέλαβε την παραγωγή της ταινίας «Tenet», αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η ιστορία πραγματεύεται την ιδέα του χρόνου και πώς τον αντιλαμβανόμαστε, συνδυάζοντας την επιστημονική φαντασία με τα κλασικά στοιχεία των κατασκοπικών ταινιών».

«Ο Προδότης» (Il Traditore / The Traitor – 2019) του Μάρκο Μπελόκιο (Ιταλία, Γαλλία, Βραζιλία, Γερμανία)

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των αφεντικών της Σικελικής Μαφίας, γνωστής κι ως Κόζα Νόστρα. Ο Τομάτο Μπουσέτα κρύφτηκε με την οικογένεια του στη Βραζιλία. Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ωστόσο συνεχιζόταν στην Ιταλία και οι σύμμαχοι του δολοφονούνταν ο ένας μετά τον άλλο. Η σύλληψη και η έκδοση του Μπουσέτα από τη Βραζιλιάνικη αστυνομία, τον οδήγησε να πάρει μια απόφαση που θα άλλαζε ολόκληρη την ιστορία της Μαφίας. Συναντήθηκε με το Δικαστή Φαλκόνε και πρόδωσε τον αιώνιο όρκο σιωπής που έδωσε στην Κόζα Νόστρα. Ο Τομάσο Μπουσέτα έγινε ο πρώτος πληροφοριοδότης στην ιστορία της Μαφίας.

Ο Μάρκο Μπελόκιο, μέσα από την ταινία «Ο Προδότης», μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη, την αληθινή ιστορία για την πιο σημαντική δίκη για τη Μαφία. Πρόκειται για τη δίκη Μάξι, η οποία διήρκεσε έξι χρόνια κι οδήγησε σε 475 καταδίκες. Η ταινία του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη, προβλήθηκε στο Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, ενώ η ελληνική της πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο 60ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, όπου και είχαμε την ευκαιρία να την παρακολουθήσουμε. Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου Ιταλικού Σινεμά, ο Μάρκο Μπελόκιο, επιστρέφει με ένα πολιτικό δικαστικό δράμα, για τον αιματηρό αγώνα κατά της Μαφίας, βασισμένο στη συγκλονιστική πραγματική ιστορία του διασημότερου πληροφοριοδότη κατά της σικελικής Κόζα Νόστρα.

«Ο «Προδότης» είναι περισσότερο η ιστορία του Τομάζο Μπουσκέτα, παρά της Κόζα Νόστρα. Ο Τομάζο Μπουσκέτα είναι ασταθής, μονίμως εν κινήσει, και στη ζωή του και στις προσωπικές του σχέσεις. Δεν είναι ένας άνδρας συνηθισμένος: είναι έξυπνος, γοητευτικός, αποτελεσματικός και δυναμικός. Ένας μαφιόζος πιστός στη Κόζα Νόστρα, αλλά και στις δικές του προσωπικές αρχές, που δε φοβάται να τα βάλει με την εξουσία. […] Η προδοσία είναι μια θεματική που η ταινία εξερευνά ακούραστα, ακριβώς επειδή μας κάνει να αναρωτηθούμε σχετικά με την αλλαγή. Μπορεί ένας άνδρας να αλλάξει πραγματικά και σε βάθος κατά τη διάρκεια της ζωής του ή απλώς προσποιείται; Είναι η αλλαγή ένας τρόπος θεραπείας, εξιλέωσης; Πήρε την απόφαση αυτή ο Μπουσκέτα, ο οποίος αρνήθηκε τον χαρακτηρισμό του πληροφοριοδότη όλη του τη ζωή, με στόχο την εξιλέωση αυτή, για να γίνει ένας άλλος άνδρας; Ή μήπως απλώς ήθελε να πετύχει τη δική του δικαιοσύνη;» – Μάρκο Μπελόκιο

«Πρόσωπο με Πρόσωπο» (Face to Face / Ansikte mot ansikte – 1976) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (Σουηδία)

Η διακεκριμένη ψυχίατρος Τζένι Ίσακσον είναι παντρεμένη με τον επίσης επιτυχημένο ψυχίατρο Έρικ. Ο φόρτος εργασίας και μια σειρά από γεγονότα ταράζουν την ψυχική ηρεμία της και την οδηγούν σε νευρικό κλονισμό. Η Τζένι εμφανίζει σημάδια ψύχωσης, με ψευδαισθήσεις και οράματα που δυσκολεύουν τις καθημερινές της ασχολίες, και θέτουν σε κίνδυνο την ίδια της τη ζωή.

Η ταινία κέρδισε Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, ενώ ήταν Υποψήφια για δύο Όσκαρ: Καλύτερης Ά Γυναικείας Ερμηνείας και Σκηνοθεσίας. Πρωταγωνιστούν: Λιβ Ούλμαν, Έρλαντ Γιόσεφσον.

«Αυτή είναι μια ταινία για τη Ζωή, τον Έρωτα και τον Θάνατο. Και αυτό γιατί τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό. Να ασχολείται κανείς. Να σκέφτεται. Να ανησυχεί. Να είναι χαρούμενος για αυτό.» – Ίνγκμαρ Μπέργκμαν 

«Η Ιουλιέτα των Πνευμάτων» (Juliet of the Spirits / Giulietta Degli Spiriti – 1965) του Φεντερίκο Φελίνι (Ιταλία, Γαλλία)

Η Ιουλιέτα, μια κυρία της ανώτερης αστικής τάξης, περνά το καλοκαίρι στην όμορφη βίλα της. Για την επέτειο του γάμου της με τον Τζιόρτζιο, έναν άνθρωπο των δημοσίων σχέσεων, αποφασίζει να οργανώσει μια γιορτή. Μεγαλωμένη με θρησκευτικές και παράλληλα συντηρητικές αρχές, το εν λόγω πάρτι, θα φέρει στην επιφάνεια την κρίση ταυτότητας που βασανίζει την ηρωίδα. Μια κρίση που εξελίσσεται σε δράμα όταν αρχίζει να υποπτεύεται ότι ο σύζυγος της την απατάει ενώ έχει μια μητέρα που το μόνο που την νοιάζει είναι η εξωτερική της εμφάνιση και οι αδερφές της συμπεριφέρονται κάθε άλλο παρά συνετά.

Έτσι, μην έχοντας ποιον να εμπιστευτεί η Ιουλιέτα θα στρέψει τις ελπίδες της, στην γειτόνισσά της, τη Σούζυ, η οποία έχει διαμορφώσει το σπίτι της σ’ έναν ερωτικό παράδεισο. Όμως οι αντιφάσεις της ανάμεσα στον καθολικό καθωσπρεπισμό της παιδικής της ηλικίας και στην τάση για μια ζωή χωρίς φραγμούς, θα την οδηγήσουν στο κατώφλι της τρέλας. Παρ’ όλα αυτά, αντιδρά. Πάει σ’ έναν ψυχίατρο, προσπαθεί να συζητήσει με την ερωμένη του συζύγου της και βρίσκει την ψυχική δύναμη ν’ αφήσει τον Τζιόρτζιο να φύγει από τη ζωή της. Μένει όμως πλέον χωρίς συντροφιά τώρα πια στο μεγάλο σπίτι της, με τη μοναξιά να είναι η μόνη της παρέα και δίνοντας σκληρό αγώνα ενάντια στις τάσεις, τις εξαρτήσεις και τα φαντάσματα που την κυκλώνουν.

Η «Ιουλιέτα των Πνευμάτων», αποτελεί ίσως την πιο προσωπική ταινία του Φεντερίκο Φελίνι. Ο κορυφαίος Ιταλός σκηνοθέτης μας Θυμίζει εδώ όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες «εμμονές» του ως καλλιτέχνης. Μία ταινία που αποτελεί παράλληλα και φόρος τιμής στη μούσα και σύζυγό του, την σπουδαία ηθοποιό, Τζουλιέτα Μασίνα.

«Νομίζω πως η τηλεόραση έχει προδώσει το νόημα του δημοκρατικού λόγου, προσθέτοντας εικονικό χάος στη σύγχυση φωνών. Τι ρόλο έχει η σιωπή σε όλο αυτό τον θόρυβο;» – Φεντερίκο Φελίνι

πηγή: tvxs

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το