Μπροστά σε μια ακόμα εκλογική διαδικασία, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρουσιάζει μια ενιαία δραστηριότητα, διοργανώνει εκδηλώσεις κλπ. Βεβαίως, αυτή η δραστηριότητα εμφανίζεται μόνο προεκλογικά, καθώς οι δύο βασικές δυνάμεις που την απαρτίζουν, το ΝΑΡ/Κομμουνιστική Απελευθέρωση και το ΣΕΚ, κατά τα άλλα παρουσιάζουν ξεχωριστή πολιτική δραστηριότητα. Ξεχωριστές εκδηλώσεις και καμπάνιες, με πλήρη απουσία της ταμπέλας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ την προηγούμενη περίοδο. Σε κοινούς χώρους έχουν/στηρίζουν αντιπαραθετικά συνδικαλιστικά σχήματα, ενώ στις απεργίες συμμετέχουν πάντοτε σε ξεχωριστές συγκεντρώσεις! Ξεχωριστές πολιτικές θέσεις σε σοβαρά ζητήματα, όπως για παράδειγμα η επιλογή του ΣΕΚ να στηρίζει τους υποψηφίους ακόμα και… του ΠΑΣΟΚ ή του ΣΥΡΙΖΑ, στο β΄ γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών! Μια επιλογή βέβαια που δεν αποτελεί ζήτημα αρχής για το ΝΑΡ, αφού κατά τα άλλα κατεβαίνει ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζί με το ΣΕΚ στις εκλογές.

Είναι φανερό ότι και αυτές οι δυνάμεις πάσχουν από έναν εκλογικό κρετινισμό, καθώς ουσιαστικά δεν υφίσταται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά εμφανίζεται μόνο στις εκλογές, ως μια εύηχη ταμπέλα, με μόνο σκοπό την εκλογική καταγραφή των συνιστωσών της. Ας μην ξεχνάμε ότι, πριν μερικά χρόνια, οι ίδιες δυνάμεις κατέβαιναν στις εκλογές με συνθήματα περί πιθανής εισόδου στη Βουλή, η οποία πρέπει να στηριχθεί ενάντια στη «χαμένη ψήφο στα Μ-Λ». Έτσι αποθέωναν τις εκλογές και αναπαρήγαγαν τις εκλογικές αυταπάτες και τους αστικούς εκβιασμούς για τις «χαμένες ψήφους». Βλέπουμε ότι διαχρονικά σύσσωμες οι δυνάμεις του ρεφορμισμού έχουν στο DNA τους τις εκλογικές και κοινοβουλευτικές αυταπάτες.

Μάλιστα, οι δυνάμεις αυτές έχουν στην προμετωπίδα των συνθημάτων τους το «κάτω η κυβέρνηση». Το σύνθημα αυτό περιορίζει τη λαϊκή πάλη, καθώς στρέφει τη λαϊκή οργή ενάντια στο σημερινό διαχειριστή της αντιλαϊκής πολιτικής του αστικού συστήματος, την κυβέρνηση της ΝΔ, και όχι ενάντια σε όλα τα αστικά κομμάτια που τη στηρίζουν και την προωθούν. Εκτονώνει τη λαϊκή πάλη ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική, γιατί σπέρνει την αυταπάτη πως η απομάκρυνση της ΝΔ από την κυβέρνηση, μια εκλογική αλλαγή κυβέρνησης, μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ανάμεσα σε άλλες δυνάμεις, υποστηρίζοντας αυτό το σύνθημα, σπρώχνει -αντικειμενικά- το λαό και πάλι στη σοσιαλδημοκρατία και στον Τσίπρα, δηλαδή στις πολιτικές δυνάμεις που σήμερα στα μάτια του κόσμου φαίνονται ότι μπορούν να υλοποιήσουν ένα τέτοιο σύνθημα.

Κάτω άλλωστε από τις αυταπάτες περί αλλαγής κυβέρνησης και του «μεταβατικού» προγράμματος, οδηγήθηκαν το 2015 στην ουρά του ΣΥΡΙΖΑ. Στις συγκεντρώσεις στήριξης του Τσίπρα και συνολικά στην απάτη της «αριστερής κυβέρνησης», για τα μάτια της οποίας κατήργησαν τότε το σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση».

Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβάλλουν το λεγόμενο «μεταβατικό πρόγραμμα» ως την κύρια πολιτική τους πρόταση. Από τη «διαγραφή του χρέους» ως τις «κρατικοποιήσεις των τραπεζών», τον «εργατικό έλεγχο στα εργοστάσια» και «την κατάργηση των ΜΑΤ», το κύριο ζήτημα που προκύπτει είναι το ποια τάξη και ποιο κράτος θα εφαρμόσει αυτά τα μέτρα, σε ποιες κοινωνικές συνθήκες καλούνται να εφαρμοστούν. Στο σήμερα, όπως τα προβάλλει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν μπορεί να υπάρξει εργατικός έλεγχος στα εργοστάσια, γιατί αυτά ανήκουν στους κεφαλαιοκράτες, οι κρατικοποιήσεις που πραγματοποιεί το αστικό κράτος δεν έχουν φιλολαϊκό περιεχόμενο. Αντίθετα, πραγματοποιούνται από το αστικό κράτος όταν θέλουν να διασώσουν ιδιωτικές τράπεζες και επιχειρήσεις, μετακυλίοντας το χρέος τους στο δημόσιο, δηλαδή στο λαό. Το ίδιο και όσον αφορά τη διαγραφή του χρέους, η οποία επίσης θα γίνεται μόνο με αντιλαϊκούς όρους, όπως και στα μνημόνια. Ηχεί, βέβαια, ως κούφιο αίτημα η απαίτηση από το αστικό κράτος «να καταργήσει τα ΜΑΤ», δηλαδή να μην έχει κατασταλτικό βραχίονα! Σε τελική ανάλυση και επειδή το «μεταβατικό πρόγραμμα» ξεκινάει από αυτά και συμπεριλαμβάνει μια σειρά αιτημάτων, το βασικό ζήτημα είναι ότι στα πλαίσια της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας, εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, καμιά φιλολαϊκή πολιτική δεν μπορεί να ασκηθεί συνολικά ούτε με «μεταβατικό» ούτε με «αντικαπιταλιστικό» πρόγραμμα. Το σύνολο αυτών των αιτημάτων είτε είναι απραγματοποίητα σε αυτά τα πλαίσια, είτε αποτελούν μια συνεκτική πρόταση μιας άλλης -σοσιαλδημοκρατικής- διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος.

Αντίστοιχα, οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ φανατικά αρνούνται την κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού, την εξάρτηση της χώρας και την ανάγκη της πάλης για εθνική ανεξαρτησία, αφού έχουν ανακηρύξει την Ελλάδα σε ιμπεριαλιστική χώρα! Όσον αφορά το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ως το μόνο λαϊκό αίτημα που μπορεί να εκφράσει τη σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παλαιότερα την αρνούνταν, μιλώντας για «έξοδο από το ευρώ – ρήξη με την ΕΕ». Σήμερα, η «δημιουργική ασάφεια» συνεχίζεται καθώς το σύνθημα αυτό είτε ακόμα αναφέρεται έτσι από δυνάμεις του, είτε μιλάνε για «αποδέσμευση» (εννοώντας έτσι μια σταδιακή διαδικασία), είτε αναφέρουν την έξοδο «από ευρώ και ΕΕ», ανάμεσα στα υπόλοιπα του προγράμματός τους, όπου χάνεται το κύριο από το δευτερεύον. Χάνεται δηλαδή εκείνη η τοποθέτηση που θα έπρεπε να θεωρεί ότι το ζήτημα αυτό είναι κυρίαρχο: αν δεν υπάρξει έξοδος της Ελλάδας από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, καμία προοπτική δεν μπορεί να ανοίξει για την εργατική τάξη και το λαό.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκεντρώνει ένα σημαντικό αριθμό αγωνιστών, ωστόσο η γραμμή της, όσο κι αν οι συνιστώσες της την παρουσιάζουν ως κάτι «νέο» ή «αντικαπιταλιστικό», αποτελούν στην ουσία τον πιο κλασικό ρεφορμισμό. Πρέπει να επιμείνουμε -και στις εκλογές- στην κατεύθυνση της αντιπαράθεσης με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις θέσεις της: με την άρνηση του κομμουνιστικού κινήματος, των μεγάλων αντιιμπεριαλιστικών αιτημάτων, με τις κυβερνητικές-κοινοβουλευτικές- εκλογικές αυταπάτες της.

Πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το