Την ίδια ώρα που στα σχολεία επιχειρείται η επιβολή της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών από τους συμβούλους-επιθεωρητές μέσα σε συνθήκες εκφοβισμού έρχεται και η ποινικοποίηση των μαθητικών αγώνων μέσω πρόσφατου νόμου βάσει του οποίου οι αγώνες των μαθητών ορίζονται ως μορφή ενδοσχολικής βίας, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό στην πράξη το φόβο της κυβέρνησης στην οργάνωση και ανάπτυξη του νεολαιίστικου κινήματος και τη σύνδεσή του με την πάλη των εργατολαϊκών στρωμάτων.

Ειδικότερα, στο νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση της βίας και του εκφοβισµού στα σχολεία, σχολική βία, μεταξύ άλλων, θεωρείται «η παρεμπόδιση της οµαλής διεξαγωγής των µαθηµάτων και ο βίαιος αποκλεισµός µαθητών είτε από την εκπαιδευτική διαδικασία είτε από τη συµµετοχή τους στην καθηµερινή σχολική ζωή» αλλά και «η ενθάρρυνση ή διάπραξη βίαιων εκδηλώσεων που διαταράσσουν τη σχολική γαλήνη και πλήττουν το κύρος της εκπαιδευτικής κοινότητας». Με μαεστρία για άλλη μια φορά στην αλλοίωση της σημασίας των λέξεων στοχεύουν τόσο στην ποινικοποίηση των καταλήψεων, των συνελεύσεων και κάθε μορφής αγωνιστικής και συλλογικής πάλης των μαθητών όσο και στην απόκρυψη της ευθύνης της εγκληματικής πολιτικής τους που σπρώχνει κάθε μέρα μικρούς ή μεγάλους στο περιθώριο.

Γιατί στο εν λόγω νομοσχέδιο δεν υπάρχει αράδα που να αναλύει και να ερμηνεύει τη βία ως κοινωνική παθογένεια που γεννάται σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού, οικονομικής εξαθλίωσης και πνευματικής στέρησης. Αντιθέτως υπάρχουν -πολλές μάλιστα- αράδες που αφορούν στους ρόλους χωροφύλακα και χαφιέδων που καλούνται να πάρουν μέσα από ειδικά διαμορφωμένη ηλεκτρονική πλατφόρμα οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές αντίστοιχα. Μάλιστα, οι (επώνυμες ή ανώνυμες) καταγγελίες για την «παρεμπόδιση της ομαλής διεξαγωγής μαθημάτων» θα γίνονται στην ηλεκτρονική αυτή πλατφόρμα από τη σχολική και γονεϊκή κοινότητα θα διατηρούνται σε αρχείο έως και 25έτη και όλα αυτά αναμφίβολα χωρίς κανένα τεκμήριο για το αν αυτές οι καταγγελίες δεν είναι βαλτές!! Το φακέλωμα στις δόξες του, η ρουφιανιά σε άνθιση και η μετατόπιση από τη κοινωνική στην ατομική ευθύνη στο απόγειό της!

Καθόλου τυχαίο δεν είναι άλλωστε και το γεγονός ότι το νομοσχέδιο ψηφίστηκε την περίοδο που οι μαθητές όλης της χώρας βρίσκονταν σε κινητοποιήσεις, αγανακτισμένοι από το έγκλημα των Τεμπών και από την απόπειρα που κάνει η κυβέρνηση να καλύψει τις δικές της ευθύνες σε αυτό. Πρώτα δείγματα γραφής της εφαρμογής του νόμου είναι η σύλληψη για τη συμμετοχή σε κινητοποίηση του προέδρου του 15μελούς ενός σχολείου στην Πάτρα, αλλά και η κατατιθέμενη από διευθυντή σχολείου στην Κρήτη γραπτή μηνυτήρια αναφορά στον εισαγγελέα, ο οποίος διέταξε προανακριτική διαδικασία για 28 ανήλικους μαθητές (που τόλμησαν να πραγματοποιήσουν κατάληψη του σχολείου τους για μια μέρα), αλλά και για τους γονείς τους. Πρόκειται για ένα αντιδραστικό μέτρο έξω και πέρα από κάθε δημοκρατική δεοντολογία που, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει τη βία, αλλά και διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για την εκδήλωσή της. Γιατί καλεί τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας να επιλέξουν το δρόμο των μηνύσεων και τη κουλτούρα της ρουφιανιάς, ακυρώνοντας στην πράξη το ρόλο του διευθυντή που έχει χρέος να διασφαλίζει, μέσω του διαλόγου και της πειθούς, την ομαλή λειτουργία του σχολείου του -αλλά και πολύ περισσότερο- αμαυρώνοντας την ιδιότητα του δασκάλου που -από τη φύση του έργου του- καλείται να δομεί σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους μαθητές του.

Όσο, λοιπόν, και αν οι κυβερνητικοί παράγοντες διατρανώνουν πως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εκπαίδευσης είναι το bullying, δε μας πείθουν ότι δουλεύουν προς την κατεύθυνση της επίλυσής του. Απεναντίας, το φαινόμενο της σχολικής βίας, αφού πρώτα διαστρεβλωθεί, εργαλειοποιείται προς την αντιδραστική κατεύθυνση της καταστολής και της ποινικοποίησης των αγώνων. Και για αυτό το λόγο, βέβαια, η κυρίαρχη άποψη περί σχολικής βίας εστιάζει σε ορισμένες μόνο μορφές του φαινομένου με μια «ψυχολογίστικη» ανάλυση περί βίαιου οικογενειακού περιβάλλοντος, βλέποντας, έτσι, το δέντρο και χάνοντας το δάσος.

Άλλωστε, αν ο πραγματικός στόχος ήταν η αντιμετώπιση της σχολικής βίας, σε ένα πρώτο επίπεδο η κυβέρνηση θα έπρεπε να μιλήσει για ένα σχολικό περιβάλλον που υπηρετεί τη λογική των επιδόσεων, καλλιεργεί έναν άγριο ανταγωνισμό, υπερφορτώνει τους μαθητές με στείρες και αποσπασματικές γνώσεις (Τράπεζα Θεμάτων), αυξάνει την ανάγκη των φροντιστηρίων, επιβάλλει τη «βία» του αποκλεισμού από τα πανεπιστήμια με την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και εντατικοποιεί σε βαθμό ικανό να προκαλεί σε τέσσερα από τα πέντε παιδιά κρίσεις άγχους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, βέβαια, θα έπρεπε να μιλήσει και για το σχολείο των περικοπών και της φτώχειας, το σχολείο χωρίς μόνιμο προσωπικό, χωρίς δομές με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, το σχολείο των λίγων και εκλεκτών που περιθωριοποιεί τους κοινωνικά αδύναμους και εξ’ ορισμού οξύνει τα φαινόμενα βίας. Όσο, όμως, η φτώχεια (οικονομική και πνευματική), ο κοινωνικός αποκλεισμός, οι διακρίσεις, η βία και η εκμετάλλευση κυριαρχούν, τόσο θα οξύνονται τα φαινόμενα ενδοσχολικής βίας. Η ίδια, λοιπόν, η πολιτική της κυβέρνησης, αφού πρώτα σπέρνει τη φτώχεια, την ανεργία και τη μαζική εξαθλίωση, θερίζει διάφορες μορφές βίας.

Αγαθούλα Σ.

περιοδικό πορεία, τ. 56

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το