του Σπύρου Κουζινόπουλου

Στη φωτογραφία: Ο Γιάννης Χαλκίδης (με τα γυαλιά) στη 2η Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης το 1964 (Αρχείο Σπ. Κουζινόπουλου)
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1967, πέντε μόλις μήνες μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, όργανα της χούντας δολοφονούν εν ψυχρώ στην ανατολική Θεσσαλονίκη μία ηρωϊκή μορφή του αντιδικτατορικού κινήματος, τον νεολαίο αγωνιστή του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου (ΠΑΜ) Θεσσαλονίκης, Γιάννη Χαλκίδη, τραυματίζοντας και τους άλλους δύο συναγωνιστές του, Γρηγόρη Παντή και Νάντη Χατζηγιάννη που κρύβονταν μαζί στη γιάφκα της οδού Φιλελλήνων 65.

Καθώς πλησίαζαν τα πρώτα μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης και ετοιμάζονταν να ανέβει στη Θεσσαλονίκη όλος ο “θίασος” των πραξικοπηματιών της χούντας, αποφασίζεται από το ΠΑΜ Θεσσαλονίκης μία παράτολμη ενέργεια για να καταδείξει σε όλο τον κόσμο την αντίθεση του ελληνικού λαού στη δικτατορία. Το Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 1967, μία ομάδα θαρραλέων αγωνιστών του Πατριωτικού Μετώπου, με την αχρήστευση μιας κολώνας της ΔΕΗ, κοντά στο Καυταντζόγλειο στάδιο, πετυχαίνει να βυθιστεί για λίγα λεπτά στο σκοτάδι το κέντρο της Θεσσαλονίκης, την ώρα που τελούνταν τα εγκαίνια της ΔΕΘ στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο. 
Επικεφαλής της ομάδας του ΠΑΜ Θεσσαλονίκης που είχε αναλάβει το σαμποτάζ, ήταν ο Θόδωρος Καζέλης, ενώ μετείχαν ακόμη ο Γιάννης Χαλκίδης, ο Νάντης Χατζηγιάννης, ο Γρηγόρης Παντής, η Έλλη Στεφανίδου και ο Αργύρης Μπάρας.
Νωρίτερα, ο Χαλκίδης, είχε πάρει μέρος σε πολλές παράτολμες αντιδικτατορικές ενέργειες, όπως η τοποθέτηση πανώ, η ρίψη προκηρύξεων, με κορυφαία ενέργεια, την αναγραφή συνθημάτων με λαδομπογιά στον μαντρότοιχο του Γ΄ Σώματος Στρατού, στην αρχή της Λεωφόρου Στρατού, τα ξημερώματα της 26ης Ιουνίου 1967, που έγραφαν «Κάτω η Χούντα», «Λευτεριά στους Δεσμώτες», «ΚΚΕ». Οι εργαζόμενοι που περνούσαν το πρωϊ από εκεί με τα λεωφορεία για να πάνε στις δουλειές τους, δεν χόρταιναν να κοιτάζουν. Ενώ οι χουντικοί αξιωματικοί δοκίμαζαν την πιο απρόσμενη έκπληξη φτάνοντας στο Στρατηγείο. Οι χουντικοί κατεδάφισαν αμέσως τον ψηλό μαντρότοιχο και στη θέση του έκτισαν ένα χαμηλό πέτρινο ντουβάρι με σιδερένια κάγκελα, ώστε να μην ξαναγραφούν συνθήματα.

Ποιός ήταν ο Γιάννης Χαλκίδης
Ο Γιάννης Χαλκίδης, γεννήθηκε 20 Οκτωβρίου 1940 στη Σφενδάμη Πιερίας. Όπως μας αφηγήθηκε η αδελφή του Τούλα, «οι γονείς μας ήταν αγρότες που με μεγάλη δυσκολία προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα. Το 1948 αγόρασαν ένα μικρό σπιτάκι  στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης και μας έφεραν εδώ για καλύτερη ζωή. Ο Γιάννης πήγε εδώ στη Θεσσαλονίκη σχολείο. Και όταν το τελείωσε, άρχισε να δουλεύει ως λεβητοποιός. Ήταν ένας άνθρωπος μάλαμα. Γινόταν θυσία για την οικογένειά του, τους φίλους, τους γείτονες, τους συναγωνιστές του στη νεολαία Λαμπράκη, για όλους. Ποτέ δεν αρνήθηκε να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη και του το ζητούσε.  Όταν λέμε «χρυσό παιδί», ο Γιάννης ανταποκρίνονταν πλήρως σ΄αυτό. Είχε καλές αρχές και δεν πείραζε κανέναν. Ούτε μυρμήγκι δεν πατούσε. Το 1963, μόλις σκοτώσανε το Λαμπράκη εντάχθηκε στους Λαμπράκηδες και άρχισε να αγωνίζεται. Ήταν δημοκράτης, με αριστερές και προοδευτικές ιδέες, το ίδιο και οι παρέες του όλες».
Πρωϊ-πρωϊ της 21ης Απριλίου 1967, η άλλη αδελφή του Γιάννη Χαλκίδη, η Φίκα (Σοφία), πηγαίνει και τον ξυπνάει για να τον ενημερώσει ότι κάτι περίεργο συμβαίνει, καθώς στην περιοχή υπάρχουν στρατιώτες με προτεταμένα τα όπλα. Εξιστορεί η ίδια:
Δεν είχε ξυπνήσει ακόμη ο Γιάννης, όταν πάω στο κρεββάτι του, τον σκουντάω και του λέω: «Γιάννη ξύπνα, κάτι γίνεται». Μου λέει τι; Απαντάω ότι στους δρόμους έχει γεμίσει στρατό και οι φαντάροι είναι με τα όπλα, με ξιφολόγχες. Κάτι έγινε. Αμέσως κατάλαβε: «Έγινε το πραξικόπημα. Οι κερατάδες το καταφέρανε». Πετάχτηκε σαν ελατήριο επάνω, ντύθηκε και έφυγε από τη γειτονιά μας. Έκτοτε δεν τον βλέπαμε καθόλου, δεν ξέραμε που ήτανε. 

Η εν ψυχρώ δολοφονία
Μετά το παράτολμο εγχείρημα της διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, τα μισά μέλη της ομάδας, οι Χαλκίδης, Παντής και Χατζηγιάννης καταφεύγουν στην κρυψώνα, τη «γιάφκα» της οργάνωσης που υπήρχε στην οδό Φιλελλήνων 65. Εκεί, θα τους εντοπίσουν δύο μέρες αργότερα τα όργανα της χούντας που θα δολοφονήσουν «εν ψυχρώ» τον Γιάννη Χαλκίδη, θα τραυματίσουν τον Γρηγόρη Παντή και θα βασανίσουν με άγριο και απάνθρωπο τρόπο το Νάντη Χατζηγιάννη.
Η γελοιοποίηση των δικτατόρων στα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, κάνουν τα όργανα της χούντας να εξαπολύσουν ένα πραγματικό ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό των τολμηρών πατριωτών που προέβησαν στην ανατίναξη της κολώνας της ΔΕΗ. Όλες οι δυνάμεις της χωροφυλακής, της Ασφάλειας και της ΚΥΠ διατίθενται προς το σκοπό αυτό. Το επιτυγχάνουν μερικώς, όταν τη νύχτα της 4ης προς 5η Σεπτεμβρίου 1967, εντοπίζουν τη γιάφκα της οδού Φιλελλήνων 65, όπου κρύβονταν τρία από τα έξι μέλη της ομάδας του ΠΑΜ. Και τότε, μία πολύ μεγάλη δύναμη με πάνω από 100 πάνοπλους άντρες κυκλώνει όχι μόνο την πολυκατοικία αλλά και όλο το οικοδομικό τετράγωνο με τους γύρω δρόμους. Τα εκτελεστικά όργανα της δικτατορίας, είναι αποφασισμένα να χύσουν το αίμα των αγωνιστών του αντιδικτατορικού αγώνα που θα βρουν στη γιάφκα. Γιαυτό και όπως κατέθεσε δύο μήνες αργότερα στο στρατοδικείο ο πανίσχυρος τότε διοικητής της Εθνικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, Δημήτριος Σταματόπουλος: «Έγινε αποβραδίς ανάλυση του όλου εγχειρήματος στα γραφεία της Εθνικής Ασφάλειας. Τα πάντα ελέγχονταν προκειμένου να μην υπάρξει δυνατότης διαφυγής… Οι άντρες μας έσπασαν την πόρτα του διαμερίσματος και εισήλθον εντός πυροβολώντας».  
Μέσα στο διαμέρισμα-κρυσφήγετο εκείνη την ώρα βρισκόταν ο Γιάννης Χαλκίδης, ο Φερδινάνδος (Νάντης) Χατζηγιάννης και ο Γρηγόρης Παντής. Ο τελευταίος, θεωρεί σίγουρο ότι η ηγεσία και τα όργανα της Ασφάλειας και της ΚΥΠ Θεσσαλονίκης, που έκαναν την έφοδο στη γιάφκα της οδού Φιλελλήνων, ήταν αποφασισμένοι να σκοτώσουν όποιον βρουν μέσα. Νωρίτερα τη μέρα εκείνη, είχαν περάσει από το διαμέρισμα τα ηγετικά στελέχη του ΠΑΜ Θεσσαλονίκης Αλέκος Παπαλέξης, Αλέκος Ιωσηφίδης, Θόδωρος Καζέλης, Βαγγέλης Αλεπίδης. «Ήρθαν έτοιμοι να δολοφονήσουν όσους είμασταν στο διαμέρισμα, καθώς ξέρανε ότι θα βρουν πρωτοκλασσάτα στελέχη του Πατριωτικού Μετώπου», σημείωνε ο Παντής. Και ο Χατζηγιάννης προσέθετε: «Δεν ήρθαν να μας συλλάβουν. Ήρθαν να καθαρίσουν τα «μιάσματα». 
Ο Γρηγόρης Παντής περιγράφει την έφοδο στο διαμέρισμα:
Κοιμόμασταν, όταν ακούμε δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Ανοίγει ο Χαλκίδης, βγάζει λίγο το κεφάλι του έξω και βλέπει τους ασφαλίτες, οι οποίοι μετά που χτύπησαν, υποχώρησαν στο βάθος του διαδρόμου. Ο Γιάννης κλείνει αμέσως την πόρτα και μας ξυπνά λέγοντας: «Σηκωθείτε, ήρθε η Ασφάλεια». Κατευθύνεται στο κρεβάτι του που ήταν δίπλα στο παράθυρο το οποίο έβλεπε στον φωταγωγό της πολυκατοικίας. Ο Νάντης ντύνεται πιο μπροστά και πλησιάζει το Γιάννη. 
Πυροβολούσαν απροειδοποίητα
Οι τρεις νέοι προσπαθούν να διαφύγουν από τον φωταγωγό. Τότε τα εκτελεστικά όργανα της δικτατορίας αρχίζουν απροειδοποίητα να πυροβολούν εναντίον τους.
Ας παρακολουθήσουμε την εξιστόρηση των γεγονότων από τον Νάντη Χατζηγιάννη:
Ενάμιση μέτρο απέναντί μας και πλάγια, ήταν ο φωταγωγός της πολυκατοικίας του διαμερίσματος που μέναμε. Οι ασφαλίτες, ακούνε τον ψίθυρό μας που ανταλλάξαμε δυό τρεις κουβέντες τι θα κάνουμε, από πού θα φύγουμε και μας κεραυνοβολούνε με ριπές, πυροβολώντας στα τυφλά στο παράθυρό μας. Χωρίς απολύτως καμια προειδοποίηση, χωρίς να μας καλέσουν να παραδοθούμε. Καμια φωνή ότι είναι η αστυνομία. Το διαμέρισμα όταν εισήλθαν οι άντρες της ασφάλειας ήταν θεοσκότεινο…. Όλα στο σκοτάδι. Κανένα φως αναμμένο. Αν μέναμε στο διαμέρισμα θα μας είχαν γαζώσει με σφαίρες και θα μας καθάριζαν εν ψυχρώ, θα σκότωναν τους πάντες. Και δέκα άνθρωποι να μέναμε μέσα. Ήρθαν σαν στυγνοί δολοφόνοι και κάνανε κόσκινο το διαμέρισμα από τις σφαίρες που έριχναν στα τυφλά. Ήρθαν να δολοφονήσουν τους πάντες γιατί τους χαλάσαμε για 5΄ λεπτά τη φιέστα τους  στα εγκαίνια της έκθεσης…
Ακούω δίπλα μου τον Γιάννη να βγάζει ένα «Ώχ». Οι σφαίρες από τους δολοφόνους ήρθαν διαγώνια από τα αριστερά μας και χτύπησαν το Γιάννη που στεκόταν όρθιος δεξιά, πάνω από τη μέση. Και καθώς ήταν χτυπημένος ο Γιάννης έσκυψε από τον πόνο και γύρισε προς την πόρτα του δωματίου….
Ψηλαφίζοντας στο σκοτάδι, έπιασα το χερούλι και άνοιξα την πόρτα της κουζίνας. Δεν είπαμε καμιά λέξη μεταξύ μας. Ήμασταν και οι τρεις σε κατάσταση τρόμου και ταραχής. Ο Γιάννης ήταν τραυματισμένος και ίσως να μην μπορούσε να μιλήσει. 
Αν και χτυπημένος από σφαίρα ή σφαίρες, ο Χαλκίδης δρασκελίζει τα κάγκελα του μπαλκονιού και πηδάει κάτω στην πρασιά από τον πρώτο όροφο. Πηδάω τα κάγκελα δεύτερος κι εγώ. Τρίτος ο Γρηγόρης, που όμως με την πτώση του  έσπασε το πόδι του στο πέλμα. Προσπαθούσαμε να σωθούμε τρέχοντας….
Οι πολυκατοικίες μεταξύ τους σχημάτιζαν ένα διάδρομο και χωρίζονταν από έναν τοίχο με κάγκελα. Ο Γιάννης πηδάει από τη δική μας στη διπλανή πρασιά. Ακολουθώ κι εγώ την ίδια πορεία. Τρομοκρατημένοι και σαστισμένοι όπως ήμασταν, ο Γρηγόρης πορεύεται προς τον φωταγωγό από λάθος και μόλις τον βλέπουν οι ασφαλίτες από τους φωταγωγούς, τον πυροβολούν αμέσως, χωρίς καμιά προειδοποίηση, αδίστακτα, γιατί ο σκοπός τους ήταν το καθάρισμα των κομμουνιστών και όχι η σύλληψη…
Τα καταιγιστικά πυρά των οργάνων της δικτατορίας βρίσκουν και τον αξέχαστο Γρηγόρη Παντή, λίγο μετά τη πήδημά του από το μπαλκόνι της κουζίνας στην πρασιά, τον τραυματίζουν και τον ακινητοποιούν. 
Όσο για την κηδεία του ήρωα του αντιδικτατορικού αγώνα, ήταν τέτοια η αστυνομοκρατία, ώστε ελάχιστοι στενοί συγγενείς μπόρεσαν να παραστούν και να απευθύνουν τον ύστατο χαιρετισμό στο παλληκάρι που δολοφονήθηκε. Όπως ανέφερε η αδελφή του Σοφία Χαλκίδου: «Όποιος πλησίαζε να αφήσει λίγα λουλούδια, του έκαναν σωματική έρευνα και τον έδιωχναν. Οι γονείς μας λιποθύμησαν δύο φορές την ώρα της κηδείας. Και τη νύχτα, η Ασφάλεια πήρε και εξαφάνισε όλα τα στεφάνια…».

Παρασημοφορήθηκαν οι δολοφόνοι
Τι απέγιναν οι δολοφόνοι του Γιάννη Χαλκίδη: Παρασημοφορήθηκαν όλοι επί χούντας “επί ανδραγαθία”. Και όταν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία και έγινε τον Μάιο του 1980 η δίκη τους στο Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης, από τους τρεις που κάθισαν στο εδώλιο, καταδικάστηκε μόνο ο βασανιστής Νικ. Τετραδάκος σε κάθειρξη δέκα χρόνων, ενώ οι Δίπλας και Παν. Τσιραμπίδης αθωώθηκαν. Οι πραγματικοί δολοφόνοι και οι ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Γιάννη Χαλκίδη κυκλοφορούσαν επί χρόνια ελεύθεροι ανάμεσά μας. 
Και όταν αργότερα εκδικάστηκε στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, η έφεση που είχε καταθέσει ο Τετραδάκος, η υπόθεση πήρε τραγελαφικές διαστάσεις: Στην έδρα του δικαστηρίου, κάθονταν τρεις δικαστές και τέσσερις ένορκοι. Οι ένορκοι, προέρχονταν από έναν κατάλογο δεκάδων προσώπων, από όλα θεωρητικά τα επαγγέλματα, που έμπαιναν στην κληρωτίδα για να εκλεγούν έντεκα άτομα. Από τα οποία στη συνέχεια, εφόσον δεν υπήρχε κώλυμα και δεν υποβάλλονταν ενστάσεις από την υπεράσπιση και την πολιτική αγωγή, επιλέγονταν τελικά οι τέσσερις που θα μετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου. Κατά «σύμπτωση», από τους έντεκα που «κληρώθηκαν», ήταν και οι έντεκα δικηγόροι, και οι έντεκα με γνωστή δεξιά πολιτική τοποθέτηση, οι τρεις ακροδεξιοί και μάλιστα ο ένας είχε διατελέσει νομάρχης επί χούντας! Έτσι δεν είναι τυχαίο που η δεκαετής ποινής κάθειρξης του επικεφαλής της δύναμης που μετείχε στη δολοφονία Χαλκίδη, του μοιράρχου Τετραδάκου, μειώθηκε από δέκα χρόνια κάθειρξη στους… τέσσερις μήνες.
Είναι συγκλονιστική η προσωπική μαρτυρία που καταθέτει για το θέμα αυτό ο συνήγορος πολιτικής αγωγής, Κώστας Χορομίδης, ο οποίος ήταν τότε που έγινε η δίκη, αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Όπως έγραψε:

Ο πρόεδρος του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, Ιωάννης Πρεμετής, ο οποίος δίκασε την υπόθεση Χαλκίδη… ζήτησε να με δει. Ήθελε να μου πει κάτι σοβαρό. Όταν πήγα στο γραφείο του, τον άκουσα κατάπληκτος να μου λέει κατά λέξη – τα θυμούμαι πάρα πολύ καλά τα λόγια του – τα παρακάτω: 
«Κύριε Χορομίδη, για δεύτερη φορά εκτελέσαμε τον Χαλκίδη εντός του δικαστικού μεγάρου. Ευτυχώς που δεν κατέπεσε το μέγαρο να μας καταπλακώσει».
Ο επίλογος στην υπόθεση Χαλκίδη, θα γραφτεί 41 χρόνια μετά τη δολοφονία του, στην αίθουσα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια μιας πρωτοφανούς δίκης, με κατηγορούμενο ένα παρ΄ ολίγο δεύτερο θύμα της δολοφονικής επίθεσης των οργάνων της χούντας στη γιάφκα της οδού Φιλελλήνων, τον Νάντη Χατζηγιάννη.  
Ήταν βραδάκι της 8ης Σεπτεμβρίου 2004, όταν ο Χατζηγιάννης μέσα σε ένα αστικό λεωφορείο και καθώς πήγαινε στο σπίτι του, στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον συνταξιούχο πλέον αστυνομικό της ασφάλειας Αντώνιο Λεπενιώτη, που είχε ρίξει τον τελειωτικό πυροβολισμό στον Χαλκίδη αλλά είχε βασανίσει και τον ίδιο με τα χέρια του, όταν μεταφέρθηκε μετά τη σύλληψή του στο άντρο βασανιστηρίων. Αμέσως ήρθαν στο μυαλό του όλες εκείνες οι συνταρακτικές στιγμές που είχε ζήσει τα ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου 1967. Οπότε δεν άντεξε και μέσα στο λεωφορείο, άρχισε να φωνάζει κατά του Λεπενιώτη και να τον αποκαλεί  «βασανιστή», «όργανο της χούντας» και «δολοφόνο του Χαλκίδη». Καθώς, όπως θα πει «είναι πράγματα που δεν ξεχνιούνται και είναι βαθειά χαραγμένα στη μνήμη μου». 103 
Ο συνταξιούχος αστυνομικός της Ασφάλειας, μετά από αυτό θα μηνύσει τον Χατζηγιάννη για… συκοφαντική δυσφήμιση. Όμως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια, στις 8 Φεβρουαρίου 2008 εκδικαστεί η μήνυση, θα αθωώσει πανηγυρικά τον Νάντη χατζηγιάννη.

Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου Οι μεγάλες πολιτικές δολοφονίες στη Θεσσαλονίκη του 20ου αιώνα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το