Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται, δεν είναι απλώς μια αφαίρεση ζωής, είναι μια βίαιη ανατροπή που αποτυπώνει την επιδείνωση των σχέσεων των δύο φύλων ως αποτέλεσμα μιας επιδεινούμενης ταξικής πραγματικότητας. Όταν η γυναίκα διώκεται, κακοποιείται και δολοφονείται, ο ορίζοντας των εργαζομένων σκοτεινιάζει. Πίσω από κάθε τέτοιο περιστατικό υπάρχει ασφαλώς η ατομική ευθύνη του δράστη, υπάρχει όμως ταυτόχρονα ένα ευρύτερο αστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπαράγονται αντιλήψεις, σχέσεις εξουσίας, οικονομικές εξαρτήσεις και μορφές ανισότητας. Το πιο σημαντικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι πώς θα τιμωρηθεί ο ένοχος, αλλά και ποιες κοινωνικές συνθήκες επιτρέπουν την αναπαραγωγή της βίας, της ανισοτιμίας και της εκμετάλλευσης. Πρέπει να αποκαλυφτεί η πηγή από την οποία αναβλύζουν τέτοιες συμπεριφορές επιθετικές, βίαιες, αλαζονικές, προσβλητικές ακόμα και μεταξύ ανθρώπων που έχουν τις ίδιες έγνοιες, τα ίδια προβλήματα, τα ίδια ταξικά συμφέροντα. Το λέμε απερίφραστα: είναι πρωταρχικά η σημερινή εκμεταλλευτική κοινωνία από την οποία πηγάζει κάθε εγκληματικότητα εργοδοτική, κρατική, ατομική.

Ο Ένγκελς σωστά υποστήριζε ότι η υποδεέστερη θέση της γυναίκας δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς από μια διαχρονική «ανδρική φύση». Συνέδεσε την ιστορική μεταβολή της θέσης της γυναίκας με την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας, της κληρονομιάς και της οικογένειας ως οικονομικής μονάδας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η θέση του ότι η οικιακή εργασία, όταν απομονώνεται από την κοινωνική παραγωγή, μετατρέπεται σε ιδιωτική υπηρεσία και η γυναίκα περιορίζεται σε μια σχέση οικονομικής εξάρτησης. Παράλληλα, θεωρούσε ότι η ουσιαστική χειραφέτηση προϋποθέτει τη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική παραγωγή και την κοινωνικοποίηση σημαντικού μέρους των εργασιών που παραδοσιακά επιβαρύνουν αποκλειστικά την οικογένεια.

Γενικώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πρώτα απ’ όλα ταξικές, άρα περιέχουν σε κάθε τους έκφανση τις αστικές αντιλήψεις του έντονου ατομισμού, της ανισοτιμίας, της εμπορευματοποίησης, τα βαθιά ριζωμένα προνόμια που -μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παρά τις εκσυγχρονιστικές θεσμικές παρεμβάσεις- αναπαράγουν την ανδροκρατία. Ο ιδεολογικός και πολιτικός πυρήνας (η ταξικότητα του γυναικείου ζητήματος) δεν μπορεί να αλλάξει στα πλαίσια του αστικού συστήματος. Προσαρμόζεται στις εξελίξεις, ενδύεται το μανδύα των λεγόμενων αστικών εκσυγχρονιστικών ιδεών, πράγμα που το ζούμε ιδιαίτερα στην ιμπεριαλιστική Ευρώπη και συνακόλουθα στη εξαρτημένη Ελλάδα.

Οι γυναικοκτονίες συμβαίνουν ακριβώς επειδή η αστική νεοφιλελεύθερη, στρεβλή κοινωνία μας δεν μπορεί να γεφυρώσει αντιθέσεις και στην ουσία δεν αφήνει το θύτη να δει τη γυναίκα ως ισότιμο κομμάτι της. Τη βλέπει ως αντικείμενο ελέγχου και διαμορφώνει πολλές φορές μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στην ιδεατή θέση-αξία της γυναίκας και στη δική του (πολλές φορές σκληρή πραγματικότητα για το θύτη), όπου η ζωή μιας γυναίκας μπορεί να αφαιρεθεί επειδή δι­εκ­δίκησε την ελευθερία της, επειδή είπε «όχι» ή επειδή θέλησε να φύγει.

«Η αστική δημοκρατία είναι δημοκρατία πομπωδών οράσεων, πανηγυρικών λόγων, μεγαλόστομων υποσχέσεων, ηχηρών συνθημάτων για ελευθερία και ισότητα, ενώ στην πραγματικότητα αυτά συγκαλύπτουν τη σκλαβιά και την ανισοτιμία της γυναίκας, τη σκλαβιά και την ανισότητα των εργαζομένων και εκμεταλ­λευομένων» ( Λένιν, «Η Σοβιετική εξουσία και θέση της γυναίκας» Άπαντα, τόμ. 39).

Όσο οι όροι της ζωής και της δουλειάς μας θα επιδεινώνονται, τόσο περισσότερο οι γυναίκες θα δυσκολεύονται να σηκώσουν κεφάλι και να καταγγείλουν, να αντιπαλέψουν κάθε μορφή βίας, αλλά και να απεγκλωβιστούν από παθογόνες οικογενειακές και διαπροσωπικές σχέσεις. Γιατί η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών συνδέεται με όλες τις οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις που θα τους εξασφαλίσουν τη δυνατότητα να ικανοποιούν τις σύγχρονες ανάγκες τους σε όλους τους τομείς της ζωής τους, να στέκονται στα πόδια τους, να είναι χειραφετημένες οικονομικά, ψυχικά, συναισθηματικά.

Γι’ αυτό και η έμφυλη βία δεν είναι απλά ένα «γυναικείο ζήτημα». Είναι ένα παγκόσμιο, ταξικό πρόβλημα στο σύστημα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Όταν μια γυναίκα δολοφονείται, δεν μπορεί να μένουμε ανεπηρέαστοι και απαθείς. Εδώ χρειάζεται ένα πραγματικά διεκδικητικό γυναικείο κίνημα που να μπορεί να αγωνίζεται ενάντια στους βιασμούς, στις γυναικοκτονίες, στην παρενόχληση και σε κάθε μορφής βία, αλλά ταυτόχρονα να είναι ενταγμένο στους αγώνες που διεκδικούν σταθερή και αξιοπρεπή εργασία, ίση αμοιβή, προστασία της μητρότητας, δημόσιες και δωρεάν δομές φροντίδας, παιδικούς σταθμούς, υγεία, παιδεία, κοινωνική προστασία και ουσιαστική προστασία των θυμάτων.

Ένας τέτοιος αγώνας δεν χωρίζει τους εργαζόμενους σε άνδρες και γυναίκες. Αντίθετα, αναζητά εκείνα τα κοινά συμφέροντα που μπορούν να ενώσουν τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους στον κοινό τους αγώνα για καλύτερες συνθήκες εργασίας, κοινωνικές υπηρεσίες, σταθερό εισόδημα, δημόσια υγεία και παιδεία καιένα κοινωνικό περιβάλλον απαλλαγμένο από τη βία και τις διακρίσεις.

Πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το