H υπηρεσία μετανάστευσης και τελωνείων των ΗΠΑ (ICE) ιδρύθηκε το 2003, ως άμεση συνέχεια του λεγόμενου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» που εγκαινιάστηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Από την αρχή αποτέλεσε μηχανισμό εσωτερικής καταστολής, ντυμένο με τον μανδύα της «εθνικής ασφάλειας». Δεν πρόκειται για πολιτική που αφορά μόνο μια κυβέρνηση ή έναν πρόεδρο. Διαδοχικές κυβερνήσεις, Δημοκρατικές και Ρεπουμπλικανικές, αξιοποίησαν και ενίσχυσαν τον ICE, αποδεικνύοντας ότι η αντιμεταναστευτική πολιτική αποτελεί διαχρονική στρατηγική του αμερικανικού κράτους. Τώρα, κατά τη διακυβέρνηση Τραμπ, η πολιτική αυτή έχει παροξυνθεί στο έπακρο με τον ICE να υιοθετεί και να εφαρμόζει φασιστικές πρακτικές εναντίον των μεταναστών. Ο ICE στοχοποιεί κυρίως τους πιο ευάλωτους: φτωχούς μετανάστες, εργάτες χωρίς χαρτιά, ανθρώπους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις χώρες τους λόγω πολέμων, φτώχειας και ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων. Δεν αγγίζει τους πλούσιους μετανάστες ή όσους διαθέτουν κεφάλαιο. Έτσι δημιουργείται μια τεράστια δεξαμενή εργαζόμενων χωρίς δικαιώματα που ζουν υπό τη μόνιμη απειλή της απέλασης. Η απειλή αυτή χρησιμοποιείται ως όπλο για την ανελέητη εκμετάλλευσή τους. Πρόκειται για βαθιά ταξική πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Παράλληλα, η δράση του ICE τροφοδοτεί ένα ακροδεξιό αφήγημα που διχάζει την εργατική τάξη. Καλλιεργείται η ξενοφοβία και ο ρατσισμός, στρέφοντας τον εργαζόμενο εναντίον του μετανάστη αντί εναντίων των πραγματικών υπευθύνων. Οι μέθοδοι της υπηρεσίας (μαζικές συλλήψεις, κρατήσεις χωρίς κατηγορητήριο, διαχωρισμός οικογενειών) θυμίζουν σκοτεινές ιστορικές περιόδους. Ταυτόχρονα, υπάρχει σχεδόν πλήρης έλλειψη λογοδοσίας, παρά τις πολυάριθμες καταγγελίες για κακοποιήσεις, θανάτους και αυθαίρετες συλλήψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δολοφονίες στη Μινεάπολη όταν μέσα σε λίγες εβδομάδες σημειώθηκαν πολλαπλά περιστατικά πυροβολισμών από ομοσπονδιακούς πράκτορες κατά πολιτών, με θύματα όπως η Ρενέ Νικόλ Γκουντ και ο Άλεξ Πρέτι, ενώ άλλοι τραυματίστηκαν σε επιχειρήσεις της υπηρεσίας. Οι επιθέσεις αυτές σημειώθηκαν στο πλαίσιο μαζικής επιχείρησης με χιλιάδες ομοσπονδιακούς πράκτορες στην πολιτεία. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν είναι τυχαίο ότι εντείνονται σε βόρειες πολιτείες των ΗΠΑ, κοντά στα σύνορα με τον Καναδά. Πρόκειται συχνά για «μπλε» πολιτείες όπου κυριαρχούν Δημοκρατικές διοικήσεις και όπου η ομοσπονδιακή εξουσία επιχειρεί να επιβάλει πιο επιθετικά την αντιμεταναστευτική της πολιτική, παρακάμπτοντας την τοπική αυτοδιοίκηση. Η επιλογή αυτών των περιοχών για επίδειξη δύναμης έχει τόσο γεωπολιτική όσο και πολιτική σημασία.

Ο ICE καταβροχθίζει τεράστια ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό (πολύ μεγαλύτερα και συγκριτικά με άλλες υπηρεσίες ασφαλείας), χρήματα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε δημόσιες υποδομές, υγεία και παιδεία. Αντίθετα, καταλήγουν να χρηματοδοτούν ιδιωτικές φυλακές και εταιρείες που κερδοσκοπούν πάνω στην κράτηση των μεταναστών. Η καταστολή μετατρέπεται έτσι και σε κερδοφόρα βιομηχανία. Η πολιτική αυτή συνδέεται άμεσα με τον ρόλο των ΗΠΑ ως πυλώνα του ιμπεριαλισμού. Οι ίδιοι μηχανισμοί που προκαλούν πολέμους, επεμβάσεις και οικονομική λεηλασία δημιουργούν τα προσφυγικά ρεύματα, για να τα αντιμετωπίσουν στη συνέχεια με τείχη, φυλακές και καταστολή. Το μοντέλο αυτό δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα μέσω μηχανισμών, όπως η Frontex, αντιγράφουν παρόμοιες πρακτικές.

Η ένταση της αντιμεταναστευτικής πολιτικής αξιοποιείται και για εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς. Η ρητορική των μαζικών απελάσεων λειτουργεί ως εργαλείο συσπείρωσης ακροδεξιών ακροατηρίων, ενώ η δημιοιυργία ενός «εσωτερικού» και «εξωτερικού» εχθρού χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει αυταρχικές πρακτικές και να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη. Παρά τις αντιδράσεις, τις κινητοποιήσεις πολιτών και τις καταγγελίες, η κατασταλτική πολιτική συνεχίζεται. Ωστόσο, αναπτύσσονται και αντιστάσεις. Σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ σημειώθηκαν διαδηλώσεις ενάντια στις επιχειρήσεις του ICE, απαιτώντας τον τερματισμό των απελάσεων και το κλείσιμο των κέντρων κράτησης. Οι μαζικές κινητοποιήσεις των τελευταίων μηνών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις πανεθνικές διαδηλώσεις με σύνθημα «Νo kings», έφεραν εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους, εκφράζοντας την αντίθεση σε μια πολιτική αυταρχισμού, ρατσισμού και πολεμικής έντασης. Οι συγκεντρώσεις αυτές δεν περιορίστηκαν σε μεγάλες μητροπόλεις, αλλά εξαπλώθηκαν σε δεκάδες πολιτείες, δείχνοντας ότι η δυσαρέσκεια διαπερνά πλατιά λαϊκά στρώματα. Μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αντιλαμβάνονται ότι ο αγώνας για τα δικαιώματα των μεταναστών είναι κοινός αγώνας της εργατικής τάξης, ενάντια στην εκμετάλλευση, τον ρατσισμό και τον ιμπεριαλισμό.

πηγή: περιοδικό Πορεία, τ. 62

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το