Έχουν περάσει κάμποσα χρόνια από τον καιρό που η Αιγιάλη στην Αμοργό, η Κορονησία στην Πρεβεζα, ο Άγιος Νικήτας στη Λευκάδα, η Αγκάλη στη Φολέγανδρο φιλοξενούσαν δεκάδες αντίσκηνα στις παραλίες και δίπλα σε καταφορτωμένες συκιές. Ήταν η εποχή που ο καπιταλισμός μαινόταν αλλά δεν είχε φτάσει ακόμα στο ανώτερο στάδιό του, το νεοφιλελεδισμό, όπου όλα, χώμα, νερό και αέρας, ακόμη και οι σκιές των δέντρων, όσων έχουν απομείνει όρθια, πουλιούνται.

Κι έχουν περάσει βέβαια πολύ περισσότερα χρόνια, κοντεύουν δυο αιώνες απ’ τον καιρό που οι Fortyniners έστησαν χιλιάδες αντίσκηνα στην Happy Valley, την ευτυχισμένη Κοιλάδα, κάπου κοντά στο San Francisco, ψάχνοντας για χρυσάφι.

Την ίδια περίπου εποχή, κοντά στο 1849 των χρυσωρύχων, οι όχθες του Τάμεση δέχτηκαν δεκάδες αντίσκηνα πλούσιων Λονδρέζων, που βγήκαν από τα Βικτωριανά μέγαρά τους, για να βρεθούν «κοντά στη φύση», με τους υπηρέτες να ακολουθούν τα άλογα ασθμαίνοντας.

Τα χρόνια πέρασαν και από τα εκατοντάδες αντίσκηνα της άγονης γραμμής, δεν έμεινε πια σχεδόν τίποτα. Τα ήθη των νεοφιλελέδων έχουν κατακλύσει ακόμα και τη Γαύδο, όπου οι σκιές των ελάχιστων δέντρων, καβαντζώνονται προς ενοικίαση σε campers πελάτες airbnb. Όλα για πούλημα. Ακόμα και οι σκιές.

Όμως υπάρχει ακόμα παράδεισος και δεν πουλιέται. Κάλυμνος, έξω και πέρα από το σήμα των κεραιών, κοντά στο παλιό λιμάνι των Φοινίκων, τον Εμπορειό, δίχως φως νερό, τηλέφωνο. Μετά και την Ασπροκυκλιά και τα ξεθεμελιωμένα Κυκλώπεια, στο στενό λαιμό της γης, απλώνονται δυο βοτσαλωτές παραλίες, με αντίστροφο προσανατολισμό. Δε διαλέγει κανείς να στήσει αντίσκηνα στο μάτι του βοριά, με ανοιχτό απέναντι το απέραντο φουσκονερισμένο γαλάζιο. Οι σκηνές θα γίνουν χαρταετοί και οι υπνόσακοι, σβουρίδια πάνω στα βράχια.

Η νότια βοτσαλωτή, περίκλειστη απ’ τα βουνά, είναι σα λίμνη. Τα αρμυρίκια μεγάλωσαν από πέρσι. Μπορεί να μην κάνουν παχιά σκιά στο καταμεσήμερο αλλά κόβουν αρκετά την πυρά του κάθετου ήλιου. Λίγο πιο πέρα, το εξωκλήσι του Σαούφ και κάπου εκεί κοντά, αντίκρυ στο πιο αεροπατημένο κομμάτι του νησιού, το τελευταίο σπίτι. Ένα μικρό κεραμιδόσκεπο τσαρδάκι, με κατηφορικό μονοπάτι, αυλή στο μάτι του κυκλώνα, κατάντικρυ στη μακρόστενη απόληξη του νησιού, που σχεδόν ακουμπάει τη Λέρο, χωρίς να κρύβει εντελώς τη θέα στη Χώρα της Πάτμου.

Το ξημέρωμα μας ξύπνησαν τα τσαμπάλια απ’ τις κατσίκες. Η Μπόμπο ανταριάστηκε. Η υπαίθρια φλόγα τρεμόπαιζε και ο μικρός σοσιαλισμός του Gerald Alan Cohen ξεκίνησε με καϊμακλίδικο καφέ, που αργούσε να φουσκώσει.

Στο «Γιατί όχι Σοσιαλισμός», ο Cohen χρησιμοποιεί το παράδειγμα του ελεύθερου κάμπινγκ για να δείξει πως, σε κάποια φάση της ζωής μας, τα μοιραζόμαστε όλα. Το αντίσκηνο, το μαχαίρι που θα καθαρίσει τις πατάτες, το κανό, το καρπούζι που παγώνει στη θάλασσα, το τάβλι, τον καφέ, τον ίσκιο και τα βότσαλα. Και μπορούμε. Και ζούμε. Και μάλιστα ζούμε πιο όμορφα. Και φανταστείτε, λέει ο Cohen ένα νεοφιλελέ, σ’ αυτό το περιβάλλον, να κοστολογεί τη σκιά, το νερό της πηγής και τις βουτιές στη θάλασσα. Αφού το τώρα είναι δυστοπία, ένας καλύτερος κόσμος δεν μπορεί να είναι ουτοπία.

Νίνα Γεωργιάδου

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το