Της Αγγελικής Αρβανιτάκη

Ο λόγος που επανερχόμαστε στην δίχρονη υποχρεωτική προσχολική αγωγή και εκπαίδευση στο δημόσιο σχολείο αφορά την κατ’ εξακολούθηση στάση της τωρινής κυβέρνησης να μην θεσμοθετεί την άμεση καθολική εφαρμογή της.

Παρά την υπερψήφιση του πρόσφατου νόμου από τα κόμματα της συμπολίτευσης, παρά τις δεσμεύσεις και τα ταξίματα, η υποχρεωτική δίχρονη στο δημόσιο σχολείο τίθεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχώς υπό διαπραγμάτευση συνυφασμένη με ιστορίες αμφισβήτησης, ίντριγκας και παρασκηνίου ιδιαίτερων συμφερόντων, συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Οι λόγοι που τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν την ψήφισαν αφορούν πολιτικά σχέδια διαφορετικών ή και συγγενικών στοχεύσεων στα κύρια ζητήματα της.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή

Παρά την κυβερνητική προπαγάνδα περί «κανονικότητας» ως προς την εφαρμογή της, η πραγματικότητα που αντανακλάται είναι άλλη. Δεν είναι τυχαίο ότι λίγους μήνες πριν «βγούμε από τα μνημόνια και την επιτροπεία», η κυβέρνηση με πανηγυρικό τόνο εξήγγειλε την εφαρμογή της δίχρονης σε «βάθος τριετίας».

Η υποχρεωτικότητα της δίχρονης προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης αρχής γενομένης από τους 184 δήμους (με ομόφωνη θετική εισήγηση στις τριμελείς επιτροπές) , από τους 325 συνολικά, αφορά μεν στο 56% των καλλικρατικών δήμων χωρίς όμως να αναλογεί στον αντίστοιχο πληθυσμό παιδιών καθώς η θεσμοθέτηση για τα προνήπια που φοιτούν στο δημόσιο σχολείο για την σχολική χρονιά 2018-2019, μετά βίας αφορά το 20%.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιοι δήμαρχοι (π.χ Χαλκηδόνας, Βόλβης), παρά την ομόφωνη θετική εισήγηση, προφασιζόμενοι διάφορα στην πορεία αποχώρησαν.

Τo “success story” υπουργείου και κυβέρνησης εκεί όπου εφαρμόστηκε συμπληρώθηκε από την ανυπαρξία ενός σοβαρού σχεδιασμού για την εύρεση σχολικής στέγης που θα σεβόταν τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της νηπιακής ηλικίας αλλά και τις ανάγκες των οικογενειών.

Η ομηρία του δημόσιου νηπιαγωγείου συνεχίζεται

Ενδεικτικό στοιχείο ότι βαδίζουμε σε ένα γκριζωπό τοπίο ως προς την επέκταση της δίχρονης υποχρεωτικότητας αφορά τον σχεδιασμό της για το 2019-20. Το υπουργείο για μια ακόμη φορά εμφανίζεται να είναι πολύ μακριά από τις ανάγκες των λαϊκών οικογενειών και μαθητών. Δεν υπάρχει ίχνος σοβαρής προετοιμασίας βασισμένης σε ποσοτικά στοιχεία μαθητικού πληθυσμού, άρα και δημόσιων υποδομών ικανών να στεγάσουν τις απαιτήσεις της δημόσιας δίχρονης προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού για την επέκταση-εφαρμογή του θεσμού της υποχρεωτικότητας, (σε 26 νέους δήμους και 95 νέες αίθουσες!), παρά το γεγονός ότι αυτήν την φορά συμπεριλαμβάνουν μεγάλους δήμους, (όπως των Αθηναίων, Πειραιώς, Πατρέων, Λάρισας κλπ), περισσότερο προκαλούν παρά καθησυχάζουν. Ιδιαίτερα αν θυμηθεί κανείς τους πολύ πρόσφατους πανηγυρισμούς «βγήκαμε από τα μνημόνια χωρίς εποπτεία και επιτροπεία». Για οικονομία χρόνου δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω καθώς τα στοιχεία είναι στη διάθεση όσων ενδιαφέρονται.

Πόσο μάλλον να παρασυρθούμε σε μια διαδικασία πράξεων λογιστικού τύπου και διαχείρισης ενός προβλήματος που το ίδιο το υπουργείο διογκώνει για προφανείς λόγους.

Και οι δύο πλευρές (υπουργείο και ΟΤΑ) θα συναντηθούν πάλι σε έναν προσχηματικό διάλογο, όπου αμφότερες οι πλευρές έχουν ήδη ξεκαθαρίσει τις προθέσεις τους καθώς οι τριμερείς επιτροπές σχεδόν σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Πάτρα, Βόλος, Σέρρες, Περιστέρι, Κερατσίνι, Νίκαια, Αχαρνών κ.α.) δεν υπερψήφισαν την εφαρμογή της για τον προηγούμενο Σεπτέμβρη, έχοντας ως πρόσχημα την οικονομική αδυναμία.

Τι επιδιώκουν κυβέρνηση και υπουργείο

Το κεντρικό πολιτικό σκηνικό μετά από εννέα χρόνια μνημονίων, καθορίζεται από τις ραγδαίες αναδιαρθρωτικές αλλαγές σε όλο το φάσμα των κοινωνικών παροχών (υγεία, παιδεία), έχοντας μοναδικό κανόνα την συμπίεση του δημοσιονομικού κόστους.

Οτιδήποτε και οποιοσδήποτε κοστίζει σε χρήμα, είναι βάρος που πρέπει πάση θυσία να αποτινάξουν από πάνω τους και πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί. Αμέτρητα τα παραδείγματα που συγκλίνουν όλα προς την ιδιωτικοποίηση. Υγεία, παιδεία, ρεύμα και νερό, πλουτοπαραγωγικές πηγές ενέργειας όλα πρέπει να περάσουν στα χέρια ιδιωτών.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ζητάει να καταπιούμε αδιαμαρτύρητα όλοι, κοινωνία και εκπαιδευτικοί, την τραγικότητα που βιώνουμε, την δική μας ή του διπλανού μας. Ζητάει να χειροκροτήσουμε την ανεργία, τους εξευτελιστικούς όρους των συμβάσεων, την αδιοριστία, την εργασιακή ανασφάλεια, τις διαρκείς μετακινήσεις, τα κουτσουρεμένα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα και άλλα πολλά.

Ο υπουργός Γαβρόγλου μεταθέτει μετεκλογικά τα αιτήματα του κλάδου και δίνει προβάδισμα στους δημάρχους να (συν)διαμορφώνουν την εκπαιδευτική πολιτική ώστε να προχωρά η αποκέντρωση και η απορρόφηση των ΕΣΠΑ.

Το δεύτερο κάλεσμα προς τους δημάρχους που διαφώνησαν την πρώτη φορά( ιδίως Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Λάρισα κλπ), έχει την σκοπιμότητα του. Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι, οι δήμαρχοι θα αρνηθούν για μια ακόμη φορά, οι οποίοι όχι μόνο στηρίζονται στα ΕΣΠΑ της Ε.Ε. ώστε να αναδειχθούν εκλογικά, αλλά θέλουν και την πρόσδεση της χώρας στην ΕΕ και τους μηχανισμούς της.

Ήδη από τώρα αναζητούν άλλη πηγή χρηματοδότησης για τους παιδικούς σταθμούς καθώς η Κομισιόν ανακοίνωσε την λήξη του προγράμματος το 2022. Θα πίστευε κανείς ότι οι δήμαρχοι της μητρόπολης της χώρας, της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, Βόλου κλπ, όλοι οι δήμαρχοι που έχουν φιλοΕΕ προσανατολισμό θα άφηναν ανεκμετάλλευτη μια τέτοια σημαντική πηγή χρηματοδότησης η οποία αποφέρει τέτοια «έσοδα» -και ψήφους – ώστε να ασκούν «κοινωνική πολιτική»;

Συμπεράσματα

Με αυτά τα δεδομένα εκτιμούμε ότι ο Γαβρόγλου θα αξιοποιήσει στο έπακρο την άρνηση των δημάρχων και δεν θα αποκλείσει δομές άλλου τύπου να παρέχουν παράλληλες υπηρεσίες υποχρεωτικής προσχολικής, με πρόσχημα τα προβλήματα στέγασης και τα δημοσιονομικά.

Το κάθε λοιπόν υπουργείο, της κάθε κυβέρνησης θα έχει την ευχέρεια να αποφασίζει, προσθέτει, τροποποιεί και να υποδεικνύει πλαίσια φοίτησης πέρα από τις σχολικές μονάδες για την ανασυγκρότηση του κλάδου που θέλει να ευνοήσει και την σύναψη κοινωνικών συμμαχιών .

Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να ερμηνεύεται η περίπτωση του δίχρονου νηπιαγωγείου (και άλλες όπως οι διορισμοί, η χρηματοδότηση, η μαθητεία κλπ) και να αντιμετωπίζεται με συγκεκριμένη στόχευση, αυτήν της ανατροπής των πολιτικών της Ε.Ε που διαλύουν το δημόσιο σχολείο για να το χαρίσουν σε ιδιώτες. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, της οποίας το περιεχόμενο προτρέπει σε διαίρεση μεταξύ των εργαζομένων (Υπουργείου και ΟΤΑ), συνοδευόμενη από κραυγές δήθεν αγανάκτησης και καταγγελιών περί ανευθυνότητας, άγνοιας, ασυνέπειας και ανικανότητας είναι αποπροσανατολιστική και σκόπιμη.

*Η Αγγελική Αρβανιτάκη είναι μέλος του σχήματος των Παρεμβάσεων Π.Ε. στην Ημαθία.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το