Αθέατες πλευρές της δημιουργίας νέων Πρότυπων και Πειραματικών σχολείων

Από την «πίσω πόρτα» η κατηγοριοποίηση των σχολείων, η αξιολόγηση και η άρση της οργανικής θέσης των εκπαιδευτικών

Αυτές τις μέρες και μέχρι 23 Μαρτίου τα σχολεία της χώρας καλούνται από το ΥΠΑΙΘ (ΦΕΚ 776/26-2-2021) να υποβάλλουν αίτηση εάν θέλουν να μετατραπούν σε Πρότυπα ή Πειραματικά (Π-Π) στα πλαίσια της διεύρυνσης των Π-Π που έχει αποφασίσει η Νίκη Κεραμέως.

Σύμφωνα με το ΥΠΑΙΘ η μεταξύ τους διάκριση έγκειται στο ότι τα μεν Πρότυπα είναι σχολικές μονάδες της δευτεροβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης, οι οποίες «στοχεύουν στην καλλιέργεια και τη διάχυση της ιδέας και των πρακτικών της αριστείας στο εκπαιδευτικό σύστημα» τα, δε Πειραματικά Σχολεία είναι σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης, οι οποίες «στοχεύουν στην υποστήριξη του πειραματισμού και της πιλοτικής εφαρμογής εκπαιδευτικών καινοτομιών στο εκπαιδευτικό σύστημα, σε τυχαίο δείγμα του μαθητικού πληθυσμού»

Σε δηλώσεις της η Υπουργός Νίκη Κεραμέως σημείωσε: «Προχωρούμε δυναμικά στην επέκταση του δικτύου των Πρότυπων και Πειραματικών σχολείων της χώρας. Στόχος και άλλα σχολεία, από άκρη σε άκρη σε όλη την Ελλάδα, να ενταχθούν στο δίκτυο των εργαστηρίων εθνικών διαστάσεων, που σχεδιάζει και εφαρμόζει καινοτόμες, διαφοροποιημένες εκπαιδευτικές μεθόδους, με στόχο τη βελτιστοποίηση της ποιότητας του παρεχόμενου έργου και τη διάχυση των καλών του πρακτικών σε όλα τα σχολεία της χώρας. Στοχεύουμε ψηλότερα, μπορούμε καλύτερα!»

Οι πραγματικές στοχεύσεις

Μέσα στο αντιεκπαιδευτικό νομοσχέδιο που ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ τον Ιούνιο του 2020 με τίτλο «Αναβάθμιση του σχολείου και άλλες διατάξεις», περιλαμβάνεται η δημιουργία νέων Πρότυπων και Πειραματικών σχολείων, ως σχολεία των «αρίστων».

Με τη συγκεκριμένη επιλογή εισάγουν τον πυρήνα της ιδεολογίας τους που θέλει τους πάντες σε μια διαδικασία ανταγωνισμού, το ένα σχολείο απέναντι στο άλλο, εκπαιδευτικοί ενάντια σε εκπαιδευτικούς, στον διαγκωνισμό ποιο σχολείο τελικά θα γίνει… πρότυπο. Πρόκειται για το γνωστό νεοφιλελεύθερο σχέδιο της κυβερνητικής πολιτικής που βασίζεται στην ιδιωτικοποίηση και στην κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών και στη συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων. Ουσιαστικά η ίδρυση προτύπων σχολείων αποτελεί μία εκ των προτέρων κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων.

Αλλά ας δούμε τι περιλαμβάνει ο σχεδιασμός του ΥΠΑΙΘ:

Τα σχολεία αυτά θα διοικούνται από μια ειδική, πανίσχυρη Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) που διορίζεται εξολοκλήρου από το υπουργείο και αποφασίζει για όλα τα ζητήματα, όλων των Προτύπων – Πειραματικών Σχολείων της χώρας: Για τον τρόπο επιλογής των μαθητών, για την επιλογή των διευθυντών και των εκπαιδευτικών των σχολείων, για το ωρολόγιο πρόγραμμα, τη διδακτέα ύλη, τον τρόπο και τις μεθόδους διδασκαλίας, ακόμα και για τη χρηματοδότηση των σχολείων.

Θα αξιολογεί τα Πρότυπα – Πειραματικά Σχολεία και θα αποφασίζει αν θα παραμείνουν τέτοια ή αν θα εκπέσουν σε κοινά σχολεία. Η Δ.Ε.Π.Π.Σ. μεριμνά «για την προσέλκυση δωρεών, χορηγών και κάθε είδους παροχών», όπως αναφέρει ο νόμος. Οι μαθητές των Πρότυπων θα επιλέγονται κατόπιν εξετάσεων, τις οποίες θα προκηρύσσει η Δ.Ε.Π.Π.Σ.

   Όσες σχολικές μονάδες μετατραπούν σε Πρότυπα (αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) και Πειραματικά (αφορά τα δημοτικά σχολεία) ουσιαστικά θα υπάρξουν οι εξής αρνητικές ανακατατάξεις:

1. Στα σχολεία αυτά θα υπάρχει μια διαρκής αξιολόγηση των πάντων, που θα κάνει ασφυκτική την σχολική καθημερινότητα. Αναφερόμαστε βεβαίως στην αξιολόγηση – θηλειά που επιχειρεί να επιβάλλει η Νίκη Κεραμέως αυτή την περίοδο στα γενικά σχολεία και συναντάει την καθολική αντίσταση των εκπαιδευτικών.

2. Στα σχολεία που θα γίνουν Πρ. – Πειρ. Σχ. χάνονται οι οργανικές θέσεις των εκπαιδευτικών που είναι οριστικά τοποθετημένοι στο συγκεκριμένο σχολείο, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 15 και 16 στο Άρθρο 19 του Ν.4692.Οι εκπαιδευτικοί αυτοί μπορούν να παραμείνουν στο σχολείο με διετή θητεία, «προκειμένου να επιμορφωθούν και προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις. Στο τελευταίο έτος της θητείας τους αξιολογούνται, όσοι αξιολογηθούν θετικά συνεχίζουν την τετραετή θητεία τους, όσοι αξιολογηθούν αρνητικά ή δεν θελήσουν να αξιολογηθούν χάνουν την οριστική τους τοποθέτηση και τοποθετούνται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα, συγκρινόμενοι με τους υπεράριθμους εκπαιδευτικούς, με βάση το σύνολο των μονάδων μετάθεσης και τις δηλώσεις προτίμησής τους σε κενές οργανικές θέσεις σχολείων της ίδιας ομάδας και, όπου αυτό δεν είναι δυνατόν, σε κενές θέσεις σχολείων όμορης ομάδας της ίδιας περιοχής μετάθεσης.»

«Το ΥΠΑΙΘ θέλει σχολεία για λίγους και εκλεκτούς και σχολεία για την πλέμπα»

Με λίγα λόγια οι εκπαιδευτικοί αντί να επικεντρωθούν στα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα ωθούνται σε ένα ατέρμονο κυνήγι προσόντων, προκειμένου να διατηρήσουν την έτσι κι αλλιώς επισφαλή θέση τους.

            3. Τα εργασιακά δικαιώματα ακόμα και το διδακτικό ωράριο των εκπαιδευτικών τίθεται υπό αμφισβήτηση, αφού το ΥΠΑΙΘ μπορεί να το τροποποιεί κατά το δοκούν (παράγραφο 23 του Άρθρου 19).

            4. Μετατρέπεται ο ρόλος του συντονιστή εκπαιδευτικού έργου σε αξιολογητή αφού αυτός είναι που θα διενεργεί την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών (άρθρο 20 παρ. 3β του Ν. 4692/2020).

                5. Η επιλογή των μαθητών δε θα γίνεται σύμφωνα με τη διεύθυνση κατοικίας αλλά με κλήρωση. Στα σχολεία αυτά επομένως καταργούνται τα γεωγραφικά όρια της περιοχής τους χάνοντας την χωροθέτησή τους ως προς το μαθητικό δυναμικό του  κάθε σχολείου. Γίνεται υποχρεωτική μετακίνηση των μαθητών στις όμορες σχολικές μονάδες, με τις όποιες συνέπειες στην ψυχολογία των μετακινούμενων μαθητών, στην εκπαιδευτική τους διαδικασία,  αλλά και στον οικογενειακό προγραμματισμό.

            6. Τέλος, για τα σχολεία αυτά θεσμοθετείται η προσέλκυση χορηγών (άρθρο 23), η συμμετοχή του δήμου, του συλλόγου γονέων, συλλόγων αποφοίτων (βλέπε Αρσάκειο κτλ), αλλά και εξωσχολικών «προσωπικοτήτων» μέσω του Συμβούλιου στήριξης του σχολείου (Άρθρο 22). Αυτό αποφασίζει για θέματα που σχετίζονται με την προσφορά του σχολείου στην τοπική κοινωνία, μεριμνά για θέματα που σχετίζονται με την υλικοτεχνική υποδομή και τους οικονομικούς πόρους του σχολείου, καθώς και με την αξιοποίηση και διάθεση των οικονομικών πόρων της σχολικής μονάδας, πέραν όσων διαχειρίζεται η αρμόδια Σχολική Επιτροπή.

Είναι φανερό ότι την ίδια ώρα που το υπουργείο και κυβέρνηση επιχειρούν να «ξύσουν» τον δημόσιο, καθολικό και δωρεάν χαρακτήρα των δημόσιων σχολείων, από την άλλη φροντίζουν να φτιάξουν ειδικά σχολεία για λίγους και εκλεκτούς, που θα λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και με τις προδιαγραφές των ακριβών ιδιωτικών.

Με τη συγκεκριμένη επιλογή εισάγουν τον πυρήνα της ιδεολογίας τους που θέλει τους πάντες σε μια διαδικασία ανταγωνισμού, το ένα σχολείο απέναντι στο άλλο, εκπαιδευτικοί ενάντια σε εκπαιδευτικούς, στον διαγκωνισμό ποιο σχολείο τελικά θα γίνει… πρότυπο.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το