Το διήγημα στα «αντιτετράδια»

Άντον Τσέχοφ
Γκούσεβ

μετάφραση: Γιάννης Παπαδόπουλος
επιμέλεια: Παντελής Ανδριώτης

Το 1890, σε ηλικία τριάντα ετών, ο Τσέχοφ εκπληρώνει ένα όνειρο ζωής: επισκέπτεται έναν τρομακτικό τόπο εξορίας και απάνθρωπης τιμωρίας της τσαρικής Ρωσίας, τη Νήσο Σαχαλίνη στον Ειρηνικό. Ο Τσέχοφ μεταβαίνει εκεί ώστε ως γιατρός να προσφέρει ό,τι μπορεί και με τις εκθέσεις του, οι οποίες καταγράφουν όσα φρικτά διαδραματίζονται, να ευαισθητοποιήσει τη δημοκρατική Ρωσία και τη διεθνή κοινή γνώμη. Είναι μάλιστα αλήθεια πως οι συνθήκες βελτιώνονται σημαντικά μετά τη δημοσιοποίηση των εκθέσεών του, οι οποίες εκθέτουν ανεπανόρθωτα το τσαρικό καθεστώς.

Τι είναι όμως αυτό που παρωθεί τον Τσέχοφ σε μια τέτοια δοκιμασία; Αυτό δεν είναι απόλυτα κατανοητό, όταν μάλιστα ένα τέτοιο ταξίδι αποτελεί κίνδυνο για την εν γένει εύθραυστη υγεία του. Ίσως ήθελε ιδίοις όμμασι να δει την κόλαση, τη χωρίς διέξοδο απελπισία, τη διάψευση της «ελπίδας για Ανάσταση μέσα στην κόλαση», που πρέσβευε ο Λέων Τολστόι.

Το διήγημα «Γκούσεβ» γράφεται αμέσως μετά την επιστροφή του από τη Νήσο Σαχαλίνη και δεν αναφέρεται σε αυτήν. Γράφεται όμως υπό το βάρος των εικόνων τις οποίες απεκόμισε εκεί: Είναι το πλέον κλειστοφοβικό του διήγημα, χωρίς καμία περιγραφή της ανεπανάληπτης ρωσικής φύσης, όπως συνηθίζει να κάνει αλλού. Το «Γκούσεβ» είναι ένα οδοιπορικό άρρωστων στρατιωτών, μέσα σε ένα αμπάρι ενός πλοίου που επιστρέφει από τον Ειρηνικό, των οποίων η μόνη ελπίδα είναι ο ανώδυνος θάνατος. Είναι συγχρόνως και μια κραυγή του Τσέχοφ, την οποία βάζει στο στόμα ενός εκ των ηρώων του διηγήματος, του Πάβελ Ίβανιτς. Μια κραυγή απέναντι στην χωρίς ελπίδα διεξόδου απόλυτη δυστοπία της Ρωσίας εκείνης της εποχής.

Από τη μια ο αφελής και ευκολόπιστος έφεδρος Γκούσεβ, συγχρόνως θρησκόληπτος και μισαλλόδοξος, τυπικός μουζίκος της τσαρικής Ρωσίας, και από την άλλη ο «αναρχικός» Πάβελ Ίβανιτς, με τα χωρίς διέξοδο και όρια ξεσπάσματά του κατά πάντων.

Ι

Σκοτείνιασε κιόλας για τα καλά, σε ελάχιστη ώρα θα μπει η νύχτα. Ο έφεδρος Γκούσεβ σηκώνεται στην κουκέτα του και μιλάει χαμηλόφωνα: «Ακούς, Πάβελ Ίβανιτς; Στο Ζουχόνγκ ένας στρατιώτης μου διηγήθηκε ότι το πλοίο τους τράκαρε εν πλω με ένα μεγάλο ψάρι και μπήχτηκε στον βυθό».

Ο άντρας στον οποίο απευθύνεται, του οποίου κανένας δεν ξέρει την κοινωνική του θέση και όλοι στο αναρρωτήριο του πλοίου τον λένε Πάβελ Ίβανιτς, σιωπά, σαν να μην ακούει.

Και ξανά επικρατεί σιωπή. Ο αέρας βουίζει στα άρμενα, η προπέλα βροντάει, τα κύματα χτυπούν, οι κουκέτες τρίζουν αλλά σ’ όλα αυτά είναι συνηθισμένο το αυτί και φαίνεται σαν όλα γύρω-γύρω να κοιμούνται και να σιωπούν. Είναι βαρετά. Οι τρεις ασθενείς -δύο στρατιώτες και ένας ναύτης- οι οποίοι όλη μέρα έπαιζαν χαρτιά, κοιμούνται ήδη και παραμιλάνε.

Άρχισε να κουνάει. Η κουκέτα σηκώνεται και βυθίζεται κάτω απ’ τα πόδια του Γκούσεβ –μια φορά, δυο φορές, τρεις φορές… Κάτι πέφτει στο πάτωμα και κουδουνίζει: πιθανόν μια στάμνα.

«Ο αέρας λύθηκε με βία απ’ τις αλυσίδες του…» λέει ο Γκούσεβ και αφουγκράζεται.

Αυτή τη φορά ο Πάβελ Ίβανιτς βήχει και απαντά εκνευρισμένος: «Πότε μας λες πως το πλοίο τράκαρε πάνω σε ψάρι, πότε ο αέρας λύθηκε απ’ τις αλυσίδες του… Ζώο είναι ο αέρας ώστε να λυθεί από μια αλυσίδα;»

«Έτσι λένε οι πιστοί εν Χριστώ».

«Οι πιστοί εν Χριστώ είναι το ίδιο άσχετοι, όπως εσύ… Τι είναι όλα αυτά που λένε… Πρέπει να έχει κανείς το μυαλό του μέσα στο κεφάλι του και να σκέπτεται. Εσύ είσαι χωρίς μυαλό και γνώση».

Ο Πάβελ Ίβανιτς υποφέρει από την αρρώστια της θάλασσας. Όταν κουνάει, είναι συνήθως εκνευρισμένος και εξοργίζεται με την παραμικρή λεπτομέρεια. Αλλά κατά τη γνώμη του Γκούσεβ δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξοργίζεται. Τι παράξενο και ακατανόητο υπάρχει στο ψάρι ή στον αέρα που λύνεται με βία απ’ την αλυσίδα; Ας υποθέσουμε πως το ψάρι είναι τόσο μεγάλο σαν ένα βουνό και η ράχη του τόσο σκληρή σαν της μουρούνας, υποθέτουμε στη συνέχεια πως εκεί στο τέλος του κόσμου στέκουνε χοντρά πέτρινα τείχη και οι θυμωμένοι αέρηδες είναι στα τείχη αυτά δεμένοι με σιδερένια δεσμά …

Αν δεν έχουνε λυθεί με βία από την αλυσίδα, τότε γιατί ξεσπούν σαν δαιμονισμένοι πάνω απ’ τη θάλασσα και ουρλιάζουνε σαν τα σκυλιά; Αν δεν τους έχει δέσει κάποιος στα σίδερα, τότε πού βρίσκονται, όταν είναι γαλήνη;

Ο Γκούσεβ για ώρα συλλογίζεται τα ψάρια που είναι μεγάλα σαν βουνά και τις χοντρές σκουριασμένες αλυσίδες, μετά τον πιάνει κατάθλιψη και αρχίζει να σκέπτεται την πατρίδα, στην οποία τώρα επιστρέφει μετά από δεκαπέντε χρόνια υπηρεσία στην Άπω Ανατολή. Βλέπει μπροστά του μια μεγάλη χιονοσκέπαστη τεχνητή λίμνη… Στη μία όχθη της λίμνης στέκει ένα, κεραμιδί χρώματος, εργοστάσιο πορσελάνης με ψηλή καμινάδα και σύννεφα μαύρου καπνού· στην άλλη όχθη βρίσκεται το χωριό… Απ’ την πέμπτη αυλή πριν το τέλος του χωριού, ο αδελφός του, ο Αλεκσέι, οδηγεί έξω το έλκηθρο· πίσω του κάθονται ο μικρός του γιος, ο Βάνκα, με μεγάλες μπότες από κετσέ και η μικρή Ακούλκα που και αυτή φοράει μπότες από κετσέ. Ο Αλεκσέι είναι ελαφρά μεθυσμένος. Ο Βάνκα γελάει, το πρόσωπο της Ακούλκα δεν φαίνεται, έτσι κουκουλωμένη που είναι.

«Ακατάλληλος καιρός, θα αφήσει τα παιδιά να πάθουν κρυοπαγήματα», σκέπτεται ο Γκούσεβ. «Ο Θεός να τους δώσει», ψιθυρίζει «νου και γνώση ώστε να σέβονται τους γονείς και να μη θέλουν να παραβγούνε τον πατέρα και τη μητέρα…».

«Εδώ πρέπει να μπουν στη σειρά οι νεοσύλλεκτοι», παραμιλάει με βαθιά μπάσα φωνή ο ναύτης. «Μάλιστα!».

Η ροή της σκέψης του Γκούσεβ διακόπτεται και στη θέση της λίμνης βλέπει με μιας μπροστά του ένα μεγάλο κεφάλι ταύρου: Το άλογο και το έλκηθρο δεν προχωράνε πια, αλλά κάνουν περιδίνηση μέσα σε μαύρο καπνό. Είναι όμως παρ’ όλα αυτά χαρούμενος που έχει δει τους δικούς του. Η χαρά του του αρπάζει την ανάσα, είναι σαν να τρέχουν μερμήγκια πάνω στο κορμί του και τα δάκτυλά του τρέμουν.

«Ο Θεός μας το επιφύλαξε, να ξαναϊδωθούμε!» φαντάζεται, αμέσως όμως ανοίγει τα μάτια και ψάχνει στο σκοτάδι για νερό.

Πίνει και ξαπλώνει –και πάλι προχωράει το έλκηθρο, μετά βλέπει πάλι το κεφάλι του ταύρου, καπνό, σύννεφα… Και πάει έτσι μέχρι το ξημέρωμα.

ΙΙ

Στην αρχή σχηματίζεται στο σκοτάδι ένας μικρός μπλε κύκλος -είναι το στρογγυλό φινιστρίνι- μετά αρχίζει σιγά-σιγά ο Γκούσεβ να διακρίνει τον παρακείμενό του στην κουκέτα, τον Πάβελ Ίβανιτς. Ο Πάβελ Ίβανιτς κοιμάται καθιστός γιατί ξαπλωμένος δεν μπορεί να αναπνεύσει. Το πρόσωπό του είναι γκρίζο, η μύτη μακριά και μυτερή, τα μάτια του, επειδή έχει γίνει πετσί και κόκκαλο, είναι ασυνήθιστα μεγάλα, οι κρόταφοί του τραβηγμένοι προς τα μέσα, το γένι του τελείως αραιό, τα μαλλιά στο κεφάλι του είναι μακριά… Απ’ το πρόσωπό του δεν μπορεί να αναγνωριστεί από ποια κοινωνική τάξη προέρχεται: αν είναι ευγενής ή έμπορος ή μουζίκος· σύμφωνα με την έκφραση του προσώπου του και τα μακριά του μαλλιά μοιάζει με δόκιμο μοναχό, αλλά αν κανείς ακούσει τις κουβέντες του, τότε δεν σχηματίζει την εντύπωση πως είναι μοναχός. Λόγω του βήχα, λόγω του πνιγηρού αέρα και της αρρώστιας του, έχει χάσει τελείως τις δυνάμεις του, αναπνέει βαριά και κινεί τα στεγνά του χείλη. Όταν αντιλαμβάνεται πως ο Γκούσεβ τον κοιτάζει, στρέφει προς αυτόν το πρόσωπο του και λέει: «τώρα αρχίζω να υποψιάζομαι… Ναι… Τώρα τα καταλαβαίνω όλα πολύ καλά».

«Τι καταλαβαίνετε λοιπόν, Πάβελ Ίβανιτς;»

«Αυτό εδώ… Πάντα μου φαινόταν παράξενο ότι όλοι εσείς που είσαστε βαριά άρρωστοι, αντί να βρίσκεστε σε έναν ήσυχο τόπο, είσαστε εδώ πάνω στο ατμόπλοιο, όπου σας απειλεί με θάνατο ο πνιγηρός αέρας, η ζέστη, το κούνημα, τώρα όμως μου είναι όλα καθαρά στο μυαλό… Ναι… Οι γιατροί σας παρέδωσαν στο ατμόπλοιο για να απαλλαγούν από σας, μπούχτισαν να καταγίνονται με σας τα ζώα… Λεφτά δεν τους πληρώνετε, με σας ταλαιπωρείται κανείς πολύ, και καταστρέφετε τη στατιστική με τις περιπτώσεις θανάτου σας –η πιο ζωώδης κατάσταση! Αλλά να απαλλαχθούν από σας δεν είναι δύσκολο… Γι’ αυτό αρκεί κάποιος πρώτον να μην έχει συνείδηση και δεύτερο να εξαπατήσει τη διοίκηση του πλοίου. Τον πρώτο όρο δεν χρειάζεται κανείς καθόλου να τον ζυγίσει, σε σχέση με αυτόν είμαστε καλλιτέχνες και ο δεύτερος πληρούται πάντοτε κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας ρουτίνας. Σε ένα πλήθος τετρακοσίων υγιών στρατιωτών και ναυτών, πέντε άρρωστοι δεν προκαλούν εντύπωση· σας οδήγησαν στο ατμόπλοιο ανακατεμένους με τους υγιείς, σας καταμέτρησαν βιαστικά και στην αναμπουμπούλα δεν έγινε αντιληπτό τίποτε κακό· όταν το ατμόπλοιο ξεκίνησε, τότε φάνηκε: στο κατάστρωμα βρίσκονταν γύρω-γύρω παράλυτοι και φθισικοί…».

Ο Γκούσεβ δεν κατανοεί τον Πάβελ Ίβανιτς· νομίζει ότι του γίνεται μομφή και λέει προς δικαιολόγησή του: «βρισκόμουν στο κατάστρωμα εξαιτίας τού ότι δεν είχα δυνάμεις· όταν μας ξεφόρτωσαν απ’ τις βάρκες στο ατμόπλοιο, ήμουνα ξεπαγιασμένος».

«Σκανδαλώδες», συνεχίζει ο Πάβελ Ίβανιτς. «Κατ’ αρχήν το ξέρουν καλά πως όλοι εσείς δεν θα αντέξετε τούτο το μακρύ ταξίδι και παρ’ όλα αυτά σας φέρνουν εδώ! Ας υποθέσουμε όμως, πως θα φτάσετε μέχρι τον Ινδικό ωκεανό, αλλά μετά; Τρομερό να το σκέπτεσαι… Και αυτό είναι το ευχαριστώ για μια πιστή και αψεγάδιαστη υπηρεσία!».

Ο Πάβελ Ίβανιτς έριξε μέσα μια μοχθηρή ματιά, πήρε ένα περιφρονητικό ύφος και κοπιάζοντας να πάρει ανάσα, είπε: «Θα έπρεπε αυτοί οι άνθρωποι να παρουσιάζονται στις εφημερίδες σαν άνθρωποι της δεκάρας!».

Οι δύο άρρωστοι στρατιώτες και ο ναύτης ξύπνησαν και παίζουν ήδη χαρτιά. Ο ναύτης είναι μισοξαπλωμένος στην κουκέτα του, οι στρατιώτες κάθονται δίπλα πάνω στο σανίδι στις πιο άβολες θέσεις. Ο ένας στρατιώτης φέρει επίδεσμο στο δεξιό του ώμο και γύρω απ το χέρι του είναι τυλιγμένο ένα ολόκληρο μάτσο λινό ύφασμα, έτσι που κρατάει τα χαρτιά είτε στη δεξιά του μασχάλη είτε στην άρθρωση και μοιράζει με το αριστερό του χέρι.

Κουνάει πολύ. Δεν μπορεί κανείς ούτε να σηκωθεί ούτε να πιει τσάι ή να πάρει το φάρμακό του.

«Υπηρέτησες σαν τσιράκι;» ρώτησε ο Πάβελ Ίβανιτς τον Γκούσεβ.

«Ασφαλώς σαν τσιράκι».

«Θεέ μου, Θεέ μου!» φωνάζει ο Πάβελ Ίβανιτς και κουνάει λυπημένα το κεφάλι. «Να αποσπάσεις έναν άνθρωπο απ’ την πατρική του φωλιά, να τον κουβαλήσεις δεκαπέντε χιλιάδες βέρστια μακριά, να του σφυρίξεις στο λαιμό μια φθίση και…και προς τι όλα αυτά; Αναρωτιέται κανείς. Για να φτιάξεις από αυτόν το τσιράκι ενός καπετάν Κοπέικιν ή ενός Midshipman Ντύρκο. Πόσο λογικό!».

«Δεν είναι βαριά η υπηρεσία. Πάβελ Ίβανιτς. Σηκώνεσαι νωρίς το πρωί, καθαρίζεις τις μπότες, ετοιμάζεις το σαμοβάρι, συγυρίζεις το δωμάτιο και μετά δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις. Ο λοχαγός κάνει σχέδια όλη τη μέρα και αν έχεις κέφι, μπορείς να προσευχηθείς· αν θέλεις, μπορείς να διαβάσεις ή να βγεις βόλτα στο δρόμο. Ο Θεός ας δώσει στον καθένα μια τέτοια ζωή!».

«Ναι, έξοχα! Ο λοχαγός σχεδιάζει πλάνα κι εσύ όλη τη μέρα κάθεσαι στην κουζίνα και αναπολείς την πατρίδα… σχέδια… Όμως δεν προέχουν τα σχέδια αλλά η ανθρώπινη ζωή. Η ζωή δεν επαναλαμβάνεται και πρέπει να τη φυλάμε».

«Φυσικά έτσι είναι, Πάβελ Ίβανιτς· έναν κακό άνθρωπο δεν τον φυλάνε ποτέ, ούτε στο σπίτι ούτε στην υπηρεσία, αλλά αν κανείς ζει σύμφωνα με τον νόμο και υπάκουα, ποιος το θεωρεί αναγκαίο να του κάνει κάτι κακό; Οι άρχοντες είναι βέβαια μορφωμένοι και το αντιλαμβάνονται… Αυτά τα πέντε χρόνια ούτε μια φορά δεν έκατσα στο πειθαρχείο και απ’ ό,τι θυμάμαι δεν με χτύπησαν πάνω από μια φορά…».

«Για ποιο λόγο;»

«Λόγω ενός ξυλοδαρμού. Έχω βαρύ χέρι, Πάβελ Ίβανιτς. Ήρθανε σε μας στην αυλή τέσσερις κινέζοι, φέρανε ξύλα –ακριβώς δε θυμάμαι. Λοιπόν αυτό δε μου άρεσε, άρχισα να τους αλωνίζω, σ’ έναν απ’ αυτούς τους καταραμένους τύπους μάτωσε η μύτη του… Ο λοχαγός το είδε απ’ το παράθυρο, οργίστηκε και μου έδωσε ένα χαστούκι».

«Ένας ανόητος, αξιοθρήνητος άνθρωπος είσαι…», ψιθυρίζει ο Πάβελ Ίβανιτς. «Τίποτε δεν μπορείς να αντιληφθείς».

Το κούνημα τού έφερε μεγάλη αδυναμία και κλείνει τα μάτια, το κεφάλι του πέφτει πότε πίσω και πότε βυθίζεται στο στήθος του, μερικές φορές προσπαθεί να πλαγιάσει αλλά δεν μπορεί να το κάνει: Η δύσπνοια τον εμποδίζει.

«Και γιατί ξυλοκόπησες τους τέσσερις κινέζους;» ρωτάει μετά από πολύ λίγο.

«Να, έτσι. Ήρθανε στην αυλή και τους ξυλοκόπησα».

Και πέφτει σιωπή… Οι χαρτοπαίκτες παίζουν σχεδόν δύο ώρες ακόμη ζωηρά και βρίζοντας, αλλά το κούνημα τούς εξαντλεί κι αυτούς. Έτσι αφήνουν τα χαρτιά και πλαγιάζουν. Ξαναβλέπει ο Γκούσεβ τη μεγάλη λίμνη, το εργοστάσιο, το χωριό… Ξανατρέχει το έλκηθρο, πάλι γελάει ο Βάνκα, η μικρή Ακούλκα ανοίγει τη γούνα και τεντώνει έξω τα πόδια της: δείτε όμως, καλοί μου άνθρωποι, δεν έχω κετσένιες μπότες σαν τον Βάνκα, έχω του κουτιού.

«Έξι χρονών έγινε και ακόμη είναι χωρίς μυαλό!» φαντάζεται ο Βάνκα. «Αντί να τεντώνεις τα πόδια στον αέρα πήγαινε καλύτερα και φέρε στο στρατιώτη θείο κάτι να πιει. Θα σου δώσω να δοκιμάσεις μια λιχουδιά».

Να κι ο Άντρον με το ντουφέκι με την τσακμακόπετρα στον ώμο που κουβαλάει ένα σκοτωμένο λαγό, να και ο γέρο Ισαίτσικ που τον ακολουθεί και του ζητάει να ανταλλάξει τον λαγό με ένα κομμάτι σαπούνι… Εκεί στέκει και το μαύρο δαμάλι στον διάδρομο, να και η Ντόμα που ράβει ένα πουκάμισο και κλαίει για κάτι απροσδιόριστο… και πάλι εμφανίζεται το κεφάλι του ταύρου χωρίς μάτια, ο μαύρος καπνός…

Πάνω κάποιος ούρλιαξε δυνατά, μερικοί ναύτες πέρασαν τρέχοντας· προφανώς μεταφέρθηκε κάτι βαρύ στο κατάστρωμα ή κάτι έσπασε στα δύο. Πάλι πέρασαν τρέχοντας … μήπως συνέβη κανένα ατύχημα; Ο Γκούσεβ σηκώνει ψηλά το κεφάλι του, αφουγκράζεται επίμονα και κοιτάζει: οι δύο στρατιώτες και ο ναύτης παίζουν πάλι χαρτιά. Είναι αποπνικτικά, δεν μπορούν να αναπνεύσουν και θα ήθελαν να πιούν, αλλά το νερό είναι ζεστό και αηδιαστικό. Το κούνημα δεν υποχωρεί.

Ξαφνικά με τον έναν απ’ τους στρατιώτες που παίζουν χαρτιά συμβαίνει κάτι περίεργο. Λέει «Coeur Caro», κάνει λάθος στο μέτρημα και αφήνει τα χαρτιά να πέσουν, χαμογελάει φοβισμένα και ηλίθια και τους κοιτάζει όλους με μεγάλα μάτια.

«Θα συνέλθω πάλι, φίλοι μου», λέει και κάθεται στο πάτωμα.

Όλοι είναι έκπληκτοι. Του φωνάζουν, δεν απαντάει.«Στέπαν, δεν είσαι καλά; Ε;» ρωτάει ο άλλος στρατιώτης με τον επίδεσμο στον ώμο. «Μήπως να φωνάξουμε τον ιερέα; Ε;»

«Πιες νερό, Στέπαν», λέει ο ναύτης. «Πιες φίλε μου, πιες»

«Για ποιο λόγο του χτυπάς τη στάμνα στα δόντια», λέει οργισμένος ο Γκούσεβ. – «Δε βλέπεις, βλάκα;»

«Μα, τι;»

«Τι!» τον μιμείται χλευαστικά ο Γκούσεβ. «Δεν αναπνέει πια, πέθανε. Κι εσύ λες: τι! Τι βλάκας κόσμος, Θεέ μου!».

ΙΙΙ

Το κούνημα σταμάτησε και ο Πάβελ Ίβανιτς ζωήρεψε. Δεν είναι πια οργισμένος. Η έκφραση του προσώπου του γίνεται καυχησιάρικη, θρασεία και κοροϊδευτική. Έμοιαζε σαν να ήθελε να πει: «Λοιπόν, τώρα θα σας πω μια τέτοια μικρή ιστορία που θα σκάσετε απ’ τα γέλια». Το στρογγυλό φινιστρίνι είναι ανοιχτό και ένα απαλό ρεύμα αέρα χτυπάει τον Πάβελ Ίβανιτς. Διακρίνονται φωνές και το χτύπημα κουπιών στο νερό… Ακριβώς κάτω απ’ το παράθυρο ξεκινάει κάποιος να στριγγλίζει με λεπτή απωθητική φωνή: πιθανόν να τραγουδάει κανένας κινέζος.

«Βρισκόμαστε σε αγκυροβόλιο», λέει ο Πάβελ Ίβανιτς και χαμογελάει κοροϊδευτικά. «Ένα μήνα ακόμη και θα είμαστε στη Ρωσία. Μάλιστα, αξιοσέβαστοι κύριοι στρατιώτες. Πάω για την Οδησσό και από εκεί κατ ευθείαν για το Χάρκοβο. Στο Χάρκοβο έχω γίνει φίλος με έναν συγγραφέα. Σ’ αυτόν θα πάω μετά και θα του πω: «Άσε για λίγο παράμερα τα απαίσια θέματά σου, τις γυναικείες ιστορίες και τις ομορφιές της φύσης και παρουσίασε το δίποδο συρφετό… Το έχεις το υλικό…».

Για μια στιγμή συλλογίζεται κάτι και μετά λέει: «Γκούσεβ, ξέρεις πως τους κορόιδεψα εγώ;»

«Ποιόν, Πάβελ Ίβανιτς;»

«Ε, αυτούς λοιπόν… Καταλαβαίνεις, εδώ πάνω στο ατμόπλοιο υπάρχει μόνο μια πρώτη και μια τρίτη θέση, όπου στην τρίτη θέση επιτρέπεται να ταξιδέψουν μόνο μουζίκοι, δηλαδή μόνο ο όχλος. Όταν όμως κάποιος φοράει σακάκι και μοιάζει από μακριά σαν ένας κύριος της μπουρζουαζίας, τότε πρέπει να ταξιδέψει στην πρώτη θέση. Κάνε ό,τι θέλεις αλλά τα πεντακόσια ρούβλια θα τα πληρώσεις. “Γιατί”, ρωτάω, “έχετε καθιερώσει μια τέτοια διάταξη; Θέλετε μέσω αυτής να υψώσετε το πρεστίζ της ρωσικής ιντελιγκέντσιας;” “Καθόλου. Απλώς, δεν σας αφήνουμε, για το λόγο ότι ένας αξιότιμος κύριος δεν μπορεί να ταξιδεύει στην τρίτη θέση· είναι μες στη βρώμα εκεί και σιχαμερά.” “Α, έτσι; Σας ευχαριστώ που κοπιάζετε για τους αξιότιμους κυρίους. Αλλά αδιάφορο, αν εκεί είναι σιχαμερά ή ευχάριστα, εγώ πεντακόσια ρούβλια δεν έχω. Το δημόσιο ταμείο δεν το έκλεψα, τους ξένους λαούς δεν τους λεηλάτησα, με λαθρεμπόριο δεν καταπιάστηκα, κανέναν δεν ξυλοκόπησα θανάσιμα και εξαιτίας αυτών πείτε εσείς ο ίδιος: Έχω ένα δίκιο να εγκατασταθώ στην πρώτη θέση και ιδιαίτερα να συγκαταλέγομαι στη ρωσική ιντελιγκέντσια;” Αλλά με τη λογική δεν τα βγάζεις πέρα μ’ αυτούς… Έπρεπε να χρησιμοποιήσω απάτη. Φόρεσα ρούχα μουζίκου και ψηλές μπότες, έφτιαξα μια μεθυσμένη μούρη μουζίκου και τράβηξα στον ατζέντη: “δώστε μου ένα εισιτήριο, εξοχότατε…”».

«Ποια είναι αλήθεια η κοινωνική σας θέση;» ρωτάει ο ναύτης.

«Προέρχομαι από οικογένεια ιερωμένων. Ο πατέρας μου ήταν ένας έντιμος παπάς. Στους ισχυρούς αυτού του κόσμου έλεγε την αλήθεια κατά πρόσωπο… εγώ δεν φοβάμαι τίποτε και κανέναν. Απ’ αυτή την άποψη ανάμεσα σε μένα και σε σας υπάρχει μια τεράστια διαφορά. Είστε αμόρφωτοι, τυφλοί, τρομαγμένοι, τίποτε δε βλέπετε, μα κι ό,τι βλέπετε δεν το καταλαβαίνετε… Σας διηγούνται πως ο αέρας λύνεται με πάταγο απ’ τις αλυσίδες, πως είστε υποζύγια και συρφετός κουρελήδων και το πιστεύετε κιόλας, σας ξυλοφορτώνουν στη ράχη και τους φιλάτε το χέρι, ένα κτήνος σας λεηλατεί στα πλυσταριά, μετά σας πετάει πέντε καπίκια φιλοδώρημα και λέτε επιπλέον: “σας φιλώ το χέρι, αξιότιμε κύριε.” Παρίες είστε. Θλιβερά ανθρωπάκια… Εγώ είμαι τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Ζω με πλήρη συνείδηση, τα βλέπω όλα, όπως τα βλέπει ένας αετός ή ένα γεράκι, όταν περνάει πετώντας από πάνω και όλα τα αντιλαμβάνομαι. Είμαι η διαμαρτυρία αυτοπροσώπως. Βλέπω αυθαιρεσία –διαμαρτύρομαι, βλέπω έναν ψευδοευλαβή ή έναν υποκριτή –διαμαρτύρομαι, βλέπω ένα γουρούνι να θριαμβολογεί –διαμαρτύρομαι. Και είμαι ανίκητος και καμιά ιερά εξέταση δεν μπορεί να με αναγκάσει να σωπάσω. Μάλιστα… Μου κόβεις τη γλώσσα –τότε θα διαμαρτύρομαι με νοήματα, με εντοιχίζεις σ’ ένα κελάρι –τότε θα ουρλιάζω τόσο, που θα ακούγομαι ένα βέρστι μακριά ή θα αφεθώ να πεθάνω από πείνα για να τους βαραίνουν επί πλέον πενήντα κιλά τη μαύρη τους συνείδηση, με σκοτώνεις –τότε θα εμφανίζομαι όπως το φάντασμα. Όλοι οι γνωστοί μου λένε: “Είστε ανυπόφορος άνθρωπος, Πάβελ Ίβανιτς!” Εγώ είμαι περήφανος γι’ αυτή την προσφώνηση. Τρία χρόνια υπηρέτησα στην Άπω Ανατολή και άφησα πίσω μου μια ανάμνηση για εκατό χρόνια: αρπάχτηκα με όλους. Οι φίλοι μου απ’ τη Ρωσία μου γράφουν: “καλύτερα μη γυρίσεις πίσω”. Και τώρα, τούτη την ώρα ταξιδεύω, σε πείσμα… Ναι… Αυτό είναι ζωή, αυτό καταλαβαίνω. Αυτό μπορεί κανείς να το πει ζωή».

Ο Γκούσεβ δεν ακούει καθόλου και κοιτάζει έξω απ’ το φινιστρίνι. Πάνω στο διάφανο απαλά τουρκουάζ νερό κουνιέται ένα σκάφος, πλημμυρισμένο απ’ τον εκτυφλωτικό και καυτό ήλιο. Μέσα στέκουν γυμνοί κινέζοι, σηκώνουν ψηλά κλουβιά με καναρίνια και τσιρίζουν: «Κελαηδάει! Κελαηδάει!».

Το σκάφος το πλευρίζει ένα άλλο: ένα καΐκι με μηχανή περνάει από μπροστά. Είναι ακόμη ένα σκάφος εκεί: μέσα κάθεται ένας χοντρός κινέζος και με τα ξυλάκια τρώει ρύζι. Νωχελικά κουνιέται το νερό, νωχελικά από πάνω του αιωρούνται άσπροι γλάροι.

«Να μπορούσε όμως να φάει ο χοντρός αυτός τύπος μια σφαλιάρα», σκέπτεται ο Γκούσεβ, κοιτάζει τον χοντρό κινέζο και χασμουριέται.

Λαγοκοιμάται για λίγο και του φαίνεται σαν να λαγοκοιμάται όλη η φύση. Ο χρόνος περνάει γρήγορα. Χωρίς να το καταλάβει περνά η μέρα, χωρίς να το καταλάβει πιάνει το σούρουπο… Το ατμόπλοιο δεν είναι πια στάσιμο αλλά συνεχίζει το ταξίδι του, για κάπου…

IV

Περνάνε δυο μέρες. Ο Πάβελ Ίβανιτς δεν κάθεται πια άλλο αλλά ξαπλώνει· τα μάτια του είναι κλειστά, η μύτη του μοιάζει σαν έχει γίνει πιο μυτερή.

«Πάβελ Ίβανιτς!» του φωνάζει ο Γκούσεβ. «Ε, Πάβελ Ίβανιτς!»

Ο Πάβελ Ίβανιτς ανοίγει τα μάτια και κινεί τα χείλη του.

«Αισθάνεστε άσχημα;»

«Καθόλου», απαντάει ο Πάβελ Ίβανιτς αναπνέοντας βαριά. «Όχι, αντιθέτως… καλύτερα… Βλέπεις μπορώ κιόλας και ξαπλώνω… Μου έγινε ευκολότερο».

«Δόξα τω Θεώ, Πάβελ Ίβανιτς».

«Αν συγκριθώ με όλους εσάς σας λυπάμαι…Φουκαράδες. Τα πνευμόνια μου είναι υγιή, αυτός είναι στομαχόβηχας… Μπορώ να την αντέξω την κόλαση, όχι μόνον την Ερυθρά Θάλασσα. Γι’ αυτό συμπεριφέρομαι κριτικά και στην αρρώστια μου και στα γιατρικά… εσείς σαν τους τυφλούς είσαστε… Δύσκολο είναι για σας, πολύ, πολύ δύσκολο!».

Δεν κουνάει, η θάλασσα είναι ήρεμη όπως στα λουτρά, όχι μόνον η ομιλία αλλά ακόμη και το να ακούνε τους πέφτει βαρύ. Ο Γκούσεβ αγκάλιασε τα γόνατα, έβαλε πάνω τους το κεφάλι του και σκέπτεται την πατρίδα. Θεέ μου τι απόλαυση, σ’ αυτή την κουφόβραση να σκέπτεται το χιόνι και το κρύο! Οδηγούνε έλκηθρα· ξαφνικά τρομάζουν από κάτι τα άλογα και αφηνιάζουν… Χωρίς να λογαριάζουν δρόμους, χαντάκια, χαράδρες τρέχουνε μανιασμένα μέσα απ’ το χωριό, πάνω απ τη λίμνη, μπροστά στο εργοστάσιο και μετά πάνω στα χωράφια… “Στοπ!” ουρλιάζουν με όλη τους τη δύναμη οι εργάτες του εργοστασίου και όσοι τα βλέπουνε αντίκρυ… “Στοπ!” Γιατί όμως πρέπει να συγκρατηθούν! Δεν πα να κτυπάει το πρόσωπο ο διαπεραστικός, κρύος αέρας και να καίει τα χέρια, δεν πα να πέφτουνε σβόλοι χιονιού, που τους ανασηκώνουνε τα πέταλα των αλόγων, πάνω στους σκούφους, πίσω απ’ το γιακά, στο λαιμό και στο στήθος, δεν πα να στριγκλίζουν οι λάμες απ’ τα παγοπέδιλα των έλκηθρων, δεν πα να γίνονται κομμάτια τα σκοινιά με τις λαβές μαζί, όλα στο διάολο να πάνε! Και τι απόλαυση, όταν αναποδογυρίζει το έλκηθρο και πετάγεται κάποιος με ορμή πάνω σ’ ένα σωρό χιονιού, κατευθείαν με το κεφάλι στο χιόνι και μετά σηκώνεται κάτασπρος με παγοκρυστάλλους στο μουστάκι, χωρίς σκούφο και γάντια, με ανοικτή τη ζώνη του… Ο κόσμος γελάει ηχηρά, τα σκυλιά γαυγίζουν.

Ο Πάβελ Ίβανιτς μισανοίγει ένα μάτι κοιτάζει τον Γκούσεβ και ρωτάει χαμηλόφωνα: «Γκούσεβ, έκλεβε ο διοικητής σου;»

«Ποιος μπορεί να το ξέρει, Πάβελ Ίβανιτς! Δεν το ξέρουμε, δεν φτάνει μέχρι εμάς!»

Και πάλι περνάει πολύ ώρα μέσα στη σιωπή. Ο Γκούσεβ σκέπτεται, η φαντασία του τρέχει και πίνει ακατάπαυστα νερό, η ομιλία και το να ακούει του πέφτουνε βαριά και φοβάται μήπως κανείς του πιάσει την κουβέντα. Περνάει μια ώρα, μια δεύτερη, μια τρίτη· σκοτεινιάζει, μετά νυχτώνει, αλλά δεν το αντιλαμβάνεται παρά κάθεται συνεχώς εκεί και σκέπτεται την παγωνιά…

Μοιάζει σαν κάποιος να έρχεται προς το αναρρωτήριο, ηχούν φωνές –περνούν μερικά λεπτά και πάλι επικρατεί ηρεμία…

«Αξιομακάριστε, αναπαύσου εν ειρήνη», λέει ο στρατιώτης με τον επίδεσμο στον ώμο. «Ήτανε ένας ανήσυχος άνθρωπος!»

«Τι συμβαίνει;» ρωτάει ο Γκούσεβ «μα, για ποιον;»

«Πέθανε. Μόλις τον έφεραν επάνω».

«Τώρα, τι να γίνει», μουρμουρίζει ο Γκούσεβ και χασμουριέται.

«Αιωνία του η μνήμη».

«Τι εννοείς, Γκούσεβ;…», ρωτάει μετά λίγη ώρα ο στρατιώτης με τον επίδεσμο. «Θα έρθει στο βασίλειο του ουρανού ή όχι;»

«Ποιον εννοείς;»

«Ασφαλώς… υπέφερε πολύ. Μετά πάλι προέρχεται από μια οικογένεια κληρικών και οι παπάδες είναι μεγάλο σόι. Με τις προσευχές τους θα τον απαλλάξουν απ’ τις αμαρτίες του».

Ο στρατιώτης με τον επίδεσμο κάθεται στην κουκέτα του Γκούσεβ και λέει μισοδυνατά: «Αχ κι εσύ, Γκούσεβ, δεν θα τη βγάλεις για καιρό. Δεν θα επιστρέψεις στο σπίτι στη Ρωσία».

«Ο γιατρός σου το είπε ή ο χειρουργός;» ρωτάει ο Γκούσεβ.

«Δεν είναι ανάγκη να το είπε κάποιος αφού φαίνεται… Ένας άνθρωπος που σε λίγο θα πεθάνει, αναγνωρίζεται αμέσως. Δεν τρως και δεν πίνεις πια, έγινες πετσί και κόκκαλο –έχεις απαίσια όψη. Με λίγες κουβέντες: Φθίση. Δεν στο λέω για να σε ανησυχήσω αλλά… ίσως θελήσεις το τελευταίο ευχέλαιο και να κοινωνήσεις. Κι αν έχεις τίποτε λεφτά, παράδωσέ τα στον πιο παλιό αξιωματικό».

«Δεν έγραψα στο σπίτι…», αναστενάζει ο Γκούσεβ. «Πεθαίνω, δεν θα το μάθουν».

«Θα το μάθουν», λέει με βαθιά μπάσα φωνή ο άρρωστος ναύτης. «Όταν πεθάνεις, θα καταχωρηθεί στο ημερολόγιο του πλοίου· στην Οδησσό θα δοθεί ένα αντίγραφο στον περιφερειακό διοικητή και αυτός θα το στείλει στο κοινοτικό γραφείο του χωριού σου ή όπου αλλού».

Ο Γκούσεβ θα ανησυχήσει κάπως απ’ τη συζήτηση αυτή και μια ασαφής επιθυμία αρχίζει να τον βασανίζει. Πίνει νερό –αλλά δεν ήταν αυτό· κουβαλιέται μέχρι το φινιστρίνι και αναπνέει τον καυτό, υγρό αέρα –ούτε αυτό ήταν· δίνει δύναμη να σκεφτεί την πατρίδα και την παγωνιά… Τελικά αισθάνεται πως αν μείνει μια στιγμή ακόμη στο αναρρωτήριο θα πνιγεί οπωσδήποτε.

«Μου είναι τόσο δύσκολο, φίλοι μου…», λέει. «Πηγαίνω για πάνω. Για το όνομα του Χριστού οδηγήστε με επάνω!»

«Καλά», συμφωνεί ο στρατιώτης με τον επίδεσμο. «Δεν θα τα καταφέρεις, θα σε κουβαλήσω. Κρατήσου γερά στο λαιμό μου».

Ο Γκούσεβ αγκαλιάζει το στρατιώτη που τον πιάνει σφιχτά με τον υγιή του βραχίονα και τον κουβαλάει προς τα πάνω. Στο κατάστρωμα οι έφεδροι και οι ναύτες κοιμούνται με τεντωμένα τα μέλη, έτσι που δεν μπορούσε κάποιος να περάσει.

«Στάσου όρθιος», λέει ήρεμα ο στρατιώτης με τον επίδεσμο. «Ακολούθα με πολύ σιγά, κρατήσου στο πουκάμισό μου».

Σκοτεινιάζει. Ούτε στο κατάστρωμα ούτε στα ξάρτια ούτε γύρω-γύρω στη θάλασσα υπάρχουν φώτα. Στην πλώρη στέκει ακίνητη η φρουρά, αλλά δίνεται η εντύπωση σαν να κοιμάται κι αυτή. Είναι σαν το ατμόπλοιο να έχει αφεθεί από μόνο του και να πηγαίνει, όπου θέλει.

«Τώρα θα πετάξουν στη θάλασσα τον Πάβελ Ίβανιτς…», λέει ο στρατιώτης με τον επίδεσμο. «Θα τον χώσουν σ’ ένα σάκο… και μετά στο νερό».

«Ναι. Έτσι είναι η διαταγή».

«Αλλά είναι καλύτερα να αναπαυθεί στο σπίτι, στη γη. Για πάντα θα μπορεί να τον επισκέπτεται καμιά φορά η μητέρα του και να κλαίει πάνω απ’ τον τάφο».

«Ασφαλώς».

Μυρίζει κοπριά και άχυρο. Με βυθισμένα τα κεφάλια στέκουν στο κατάστρωμα τα βόδια. Ένα, δυο, τρία… οκτώ κομμάτια! Και ένα μικρό αλογάκι στέκει εκεί. Ο Γκούσεφ τεντώνει το χέρι για να το χαϊδέψει αλλά αυτό τινάζει το κεφάλι, δείχνει τα δόντια και θέλει να του δαγκώσει το μανίκι.

«Ε, καταραμένο…». Βρίζει ο Γκούσεβ.

Πηγαίνουν οι δυο τους αργά στην πλώρη του καραβιού, στηρίζονται στην κουπαστή και αμίλητοι κοιτάζουν μια πάνω, μια κάτω. Πάνω είναι ο γαλάζιος ουρανός, πάνω είναι τα φωτεινά αστέρια, κάτω όμως επικρατεί το σκοτάδι και το χάος. Ψηλά κύματα παφλάζουν, άγνωστο γιατί. Καθένα τους που το κοιτάς θέλει να σηκωθεί ψηλότερα από τ’ άλλα και συνωθείται και σπρώχνει τ’ άλλα· ορμάει μανιασμένα πάνω τους, φωσφορίζοντας η λευκή του χαίτη, ένα τρίτο, το ίδιο άγριο και άμορφο.

Η θάλασσα δεν έχει λογική και συμπόνια. Αν το ατμόπλοιο ήταν μικρότερο και όχι από χοντρό σίδερο, τότε τα κύματα θα το κομμάτιαζαν ανελέητα και θα κατάπιναν όλους τους ανθρώπους, χωρίς διάκριση μεταξύ ευσεβών και αμαρτωλών. Και το ατμόπλοιο όμως δημιουργεί τρομακτική εντύπωση που δεν μπορείς να της δώσεις νόημα. Είναι ένα τέρας με μεγάλο ράμφος που ωθείται προς τα μπρος και στο δρόμο του κόβει στη μέση εκατομμύρια κύματα· του είναι όλα αδιάφορα και αν ο ωκεανός περιείχε τους ανθρώπους του, τότε το τέρας θα τους άλεθε, ομοίως χωρίς διάκριση μεταξύ ευσεβών και αμαρτωλών.

«Πού είμαστε τώρα;» ρωτάει ο Γκούσεβ.

«Δεν το ξέρω. Πιθανώς στον ωκεανό».

«Δεν φαίνεται γη».

«Πού να φανεί! Λένε πως θα μπορέσουμε να δούμε γη μόλις μετά από επτά μέρες…».

Οι δύο στρατιώτες κοιτάζουν τον άσπρο φωσφορίζοντα αφρό, σωπαίνουν και σκέπτονται. Πρώτος ο Γκούσεβ σπάει τη σιωπή.

«Δεν υπάρχει τίποτε τρομακτικό εκεί», λέει «μόνο ανησυχείς σαν να βρίσκεσαι μέσα σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Αν όμως, ας υποθέσουμε, έμπαινε τώρα στο νερό μια άκατος και ο αξιωματικός διέταζε να ξανοιχτούν εκατό βέρστια μακριά στη θάλασσα για να ψαρέψουν, εγώ θα πήγαινα. Ή, ας πούμε, πέφτει μόλις τώρα ένας άνθρωπος του θεού στη θάλασσα, εγώ θα πηδούσα πίσω του. Όμως ένα γερμανό ή έναν κινέζο δεν θα τους έσωζα, θα πηδούσα όμως πίσω από έναν χριστιανό».

«Φοβάσαι το θάνατο;»

«Ναι, στενοχωριέμαι για το νοικοκυριό. Ο αδελφός μου στο σπίτι, ξέρεις, δεν είναι τακτικός: πίνει, χτυπάει χωρίς λόγο τη γυναίκα του, δεν σέβεται τους γονείς. Χωρίς εμένα θα παρακμάσουν όλα και ο πατέρας και η μητέρα στο τέλος θα πρέπει ακόμη και να ζητιανεύουν. Όμως καλέ μου φίλε εμένα δεν με κρατάνε πια τα πόδια μου, κι εδώ πνιγηρά είναι… Πάμε για ύπνο».

V

Ο Γκούσεβ επιστρέφει στο αναρρωτήριο και ξαπλώνει στην κουκέτα του. Όπως και παλιά τον βασανίζει μια ακαθόριστη επιθυμία και δεν μπορεί διόλου να καταλάβει τι του λείπει. Πιέζεται στο στήθος, σφυροκοπάει το κεφάλι του, το στόμα του είναι τόσο στεγνό που μόλις μπορεί και κινεί τη γλώσσα του. Λαγοκοιμάται και η φαντασία του τρέχει· καταβασανισμένος απ’ τους εφιάλτες, απ’ το βήχα και τον πνιγηρό αέρα αποκοιμιέται κατά το πρωί. Ονειρεύεται πως στο στρατόπεδο μόλις πριν λίγο έβγαλε κάποιος το ψωμί απ’ το φούρνο, αυτός όμως χώνεται έρποντας μέσα στον φούρνο, κάνει ατμόλουτρο εκεί μέσα, τσουρουφλίζεται μαζί με τις φούντες από το ξύλο της σημύδας. Κοιμάται συνεχώς δυο μέρες, την τρίτη μέρα όμως έρχονται από πάνω δυο ναύτες και τον κουβαλούν έξω απ’ το αναρρωτήριο.

Τον ράβουνε σ’ ένα καραβόπανο και για να βαρύνει του βάζουνε δίπλα του δυο ράβδους σίδερο. Ραμμένος μέσα στο καραβόπανο μοιάζει με κολοκύθα ή με ραπανάκι· πάνω στο κεφάλι φαρδύς και στα πόδια στενός.

Πριν τη δύση του ήλιου τον φέρνουν στο κατάστρωμα και τον τοποθετούν πάνω σε μια σανίδα· η μια άκρη της σανίδας βρίσκεται πάνω στην κουπαστή, η άλλη πάνω σ’ ένα κιβώτιο που στέκει πάνω σε ένα σκαμνί. Γύρω-γύρω στέκουν ασκεπείς έφεδροι και η διοίκηση.

«Ευλογητός ο Κύριος», ξεκινάει ο ιερωμένος «εις τους αιώνες των αιώνων!» «Αμήν!» ψάλλουν τρεις ναύτες.

Οι δόκιμοι και η διοίκηση σταυροκοπιούνται και κοιτάζουν προς το πλάι τα κύματα. Πόσο περίεργο να είναι ένας άνθρωπος ραμμένος στο καραβόπανο και αμέσως θα πετάξει προς τα κύματα. Μπορεί αυτό πράγματι να συμβεί στον καθέναν; Ο ιερωμένος σκορπίζει πάνω απ’ τον Γκούσεβ μια χούφτα χώμα και υποκλίνεται. Ψάλλεται η προσευχή. Ο αξιωματικός υπηρεσίας σηκώνει ψηλά τη μια άκρη της σανίδας, ο Γκούσεβ γλιστρά απ’ αυτήν προς τα κάτω, πετάει με το κεφάλι προς τα μπρος, αναποδογυρίζει στον αέρα και πλάφ στο νερό. Τον σκεπάζει ο αφρός, για μια στιγμή φαίνεται σαν καλυμμένος με δαντέλα, αλλά αμέσως η εντύπωση αυτή χάνεται και εξαφανίζεται στα κύματα. Βυθίζεται γρήγορα στο βυθό. Θα φτάσει μέχρι κάτω; Μέχρι το βυθό είναι, λέγεται, τέσσερα βέρστια. Αφού βυθιστεί πενήντα ή εξήντα πόδια, πηγαίνει όλο και αργότερα, αιωρείται νωχελικά, σαν να συλλογίζεται και, παρασυρμένος από ένα ρεύμα, μεταφέρεται ταχύτερα προς το πλάι παρά προς τα κάτω.

Αλλά εκεί τον συναντά στο δρόμο ένα κοπάδι μικρά ψάρια, μαουνόψαρα τα λένε. Όταν δούνε το σκοτεινό σώμα, μένουνε ακίνητα σαν φυτεμένα και ξαφνικά γυρίζουν όλα και μονομιάς εξαφανίζονται. Μετά από λιγότερο από ένα λεπτό ορμάνε πάλι πάνω στον Γκούσεβ και αρχίζουν να κολυμπάνε ζικ-ζακ γύρω του…

Την ίδια στιγμή εμφανίζεται ένα άλλο μεγάλο σώμα. Πρόκειται για έναν καρχαρία. Περήφανος και αμέτοχος, σαν να μην αντιλαμβάνεται τον Γκούσεβ, στην αρχή κολυμπάει από κάτω του και ο Γκούσεβ βρίσκεται τοποθετημένος στη ράχη του καρχαρία. Μετά το ψάρι γυρίζει με την κοιλιά προς τα πάνω, παίζει στο ζεστό διάφανο νερό και ανοίγει νωθρά το ρύγχος με τη διπλή σειρά δοντιών. Τα μαουνόψαρα είναι εντυπωσιασμένα· σταμάτησαν την κίνηση και κοιτούν προσεκτικά να δούνε τι θα συμβεί στη συνέχεια. Αφού ο καρχαρίας έπαιξε λίγο με το πτώμα, πλησιάζει νωθρά το ρύγχος του σ’ αυτό, το αγγίζει προσεκτικά με τα δόντια και ξεσκίζει το καραβόπανο σ’ όλο το μήκος του πτώματος από την κορφή μέχρι τα νύχια· μια ράβδος σίδερου πέφτει απ’ έξω, τρομάζει τα μαουνόψαρα, δίνει μια στα πλευρά του καρχαρία και βουλιάζει γρήγορα στον πάτο.

Από πάνω πυκνώνουν εν τω μεταξύ τα σύννεφα προς τη μεριά που δύει ο ήλιος· ένα σύννεφο μοιάζει με αψίδα θριάμβου, ένα άλλο με λιοντάρι, ένα τρίτο με ψαλίδι… Από πίσω απ’ τα σύννεφα έρχεται προς τα μπρος μια φαρδιά πράσινη ακτίνα και εκτείνεται γεμάτη μέχρι τη μέση του ουρανού· μετά από λιγάκι τοποθετείται δίπλα της μια βιολετί, δίπλα της μια κίτρινη, μια λιλά… Ο ουρανός καλύπτεται απ’ τα τρυφερά χρώματα της ροδιάς. Όταν ο ωκεανός κοιτάζει αυτόν τον μεγαλόπρεπο, μαγευτικό ουρανό, γίνεται στην αρχή κακόκεφος, αμέσως μετά όμως παίρνει κι ο ίδιος φιλικά, χαρούμενα, παράφορα χρώματα, σαν αυτά που η γλώσσα των ανθρώπων δεν έχει τη δυνατότητα να περιγράψει.

αντιτετράδια της εκπαίδευσης, τ. 141

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το