γράφει η Νίνα Γεωργιάδου
Οι ενδιάμεσες εκλογές στη χώρα του κάλπικου αμερικάνικου ονείρου, είναι το αποτύπωμα ενός βαθύ θυμού.
Αν ζούσε ο Τζον Στάινμπεκ, θα έγραφε για τα τωρινά Σταφύλια της Οργής, που σήμερα ξεκινούν από τη θυμωμένη Σκουριασμένη Ζώνη (Rust Belt) του παγωμένου, αποβιομηχανοποιημένου Οχάιο και κατεβαίνουν στον φυλετικά καθημαγμένο Μισσισσιπή.
Από το 1939 της Μεγάλης Ύφεσης, μέχρι το 2026 της ακραίας ταξικής πόλωσης, μεσολάβησε ένας αιώνας και είναι σα να μην πέρασε μια μέρα.
Ακρίβεια, ανεργία, ακραία φτώχεια, αστεγία και υγειονομική εγκατάλειψη για την εργατική τάξη, τους αγρότες -και το μεγαλύτερο μέρος της κάποτε μεσαίας τάξης-, που σιτίζονται με κουπόνια, κοιμούνται στα πεζοδρόμια και πεθαίνουν ανασφάλιστοι, για ασήμαντη αφορμή.
Οι μετανάστες, που ήταν η καύσιμη ύλη για την κάποτε ανθηρή βιομηχανία του αμερικάνικου βορρά, έγιναν καύσιμη ύλη για να τροφοδοτηθεί η επέλαση του ρατσισμού, που συσκοτίζει τις πραγματικές αιτίες της δημοσιονομικής κατάρρευσης και της άγριας ταξικής πόλωσης και ο ICE πηρε τη θέση της Κου Κλουξ Κλαν, δολοφονώντας και συλλαμβάνοντας μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, για να τους στείλει σιδεροδέσμιους στους αλιγάτορες της Φλόριδα.
Η δημόσια μπάνκα των ΗΠΑ τινάχτηκε στον αέρα, προσπορίζοντας αμύθητα πλούτη σε μονοψήφιο ποσοστό του πληθυσμού, τροφοδοτώντας το Γενοκτονικό μόρφωμα, το νέο άδικο πόλεμο κατά του Ιράν και την εξωνημένη δημοσιοκαφρίλα που κουνάει ξανά το δάχτυλο της «κομμουνιστικής απειλής».
Η Rust Belt στο Οχάιο και το Μίσιγκαν είναι η εικόνα της σύγχρονης Αμερικής, με εργοστάσια που σαπίζουν και αφίσες με ανθρώπινες φιγούρες στα εγκαταλειμμένα σπίτια, για να κάνουν λιγότερο αφόρητη τη μοναξιά των ελάχιστων ανθρώπων που περιφέρονται στους έρημους δρόμους.
Στην ταινία του Τζιμ Τζάρμους, «Πέρα απ τον Παράδεισο», οι ήρωες εγκαταλείπουν το μουντό αποβιομηχανοποιημένο Βορρά, για να καταλήξουν σε μια εξίσου έρημη και μουντή παραλία του Νότου, μονολογώντας,
«Ξέρεις, είναι αστείο. Έρχεσαι σ’ ένα καινούργιο μέρος και όλα μοιάζουν ακριβώς τα ίδια».
Όπως έγραφε ο Στάινμπεκ,
«…στα μάτια των πεινασμένων ανθρώπων η οργή μεγαλώνει. Μέσα στις ψυχές των ανθρώπων τα σταφύλια της οργής γεμίζουν και βαραίνουν, βαραίνουν για τον τρύγο».
Αυτή η οργή αποτυπώθηκε στις κάλπες, ως το μεγάλο «γαλάζιο κύμα», που σάρωσε τη χώρα.
Το ότι ο ICE δεν θα δολοφονεί μέρα μεσημέρι -για κάποιο τουλάχιστον διάστημα- το ότι εκλέχτηκαν άνθρωποι που μίλησαν ανοικτά για τη Γενοκτονία,, το ότι παραδοσιακά προπύργια των τραμπάκουλων τους γύρισαν την πλάτη, δεν είναι καθόλου αμελητέα.
Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών μας ικανοποιούν, κυρίως συναισθηματικά. Η συντριβή του τζάμπα MAGA και η κατάρρευση του γελοίου αφηγήματός του είναι σημαντικά.
Όμως οι Δημοκρατικοί, με ή χωρίς εισαγωγικά, είναι το ίδιο σφιχταγκαλιασμένοι με τις βαθύπλουτες ελίτ, είναι ήδη θορυβημένοι από την εκλογή «ακραίων στοιχείων» κι έχουν την ίδια ατζέντα στο Παλαιστινιακό, στον πόλεμο κατά του Ιράν (που μπορεί να μην τον ξεκίνησαν αλλά και δεν τον καταψήφισαν) στη συνέχιση της στήριξης στον αχυράνθρωπο της Ουκρανίας, στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και στο νέο δόγμα Μονρόε, που θέλει τη Λατινική Αμερική, ως την πίσω αυλή τους.
Περιττεύουν οι έξαλλοι πανηγυρισμοί.
Μικρό καλάθι, καθώς η ώρα «του τρύγου» δεν έφτασε ακόμα.
από το fb
e-prologos.gr

