Ο λόγος για την πρόσφατη δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, στην ΕΡΤ, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «το επίδομα ανεργίας πρέπει να αξιολογηθεί από το μηδέν. Δεν θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή, με μια ανεργία χαμηλότερη από πολύ ισχυρές οικονομίες, όπως έχει η Ελλάδα, που είναι μια επιτυχία της χώρας, μπορεί να συζητάμε για επίδομα ανεργίας πάνω από κάποιους λίγους μήνες». Και συνέχισε λέγοντας ότι «δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να βρει δουλειά στη χώρα αυτή τη στιγμή και να μη βρίσκει. Η προσωπική μου θέση είναι, δεν θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει επίδομα ανεργίας πάνω από 2 μήνες. Είναι προσωπική μου θέση, γιατί θεωρώ ότι τα έσοδα αυτά πρέπει να κατευθυνθούν, δηλαδή τα λεφτά που θα γλιτώσουμε πρέπει να κατευθυνθούν στις επιχειρήσεις, στη μείωση ασφαλιστικών εισφορών για να επιδοτηθεί η εργασία». Φράσεις που μας παραπέμπουν αβίαστα σε εποχές Θάτσερ και Ρήγκαν.

Λίγες μέρες μόνο μετά το «φιλολαϊκό» πακέτο παροχών του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, έρχεται η προκλητική δήλωση για ουσιαστική κατάργηση του επιδόματος ανεργίας προς όφελος των επιχειρήσεων! Όσο κυνική κι αν ακούγεται η συγκεκριμένη δήλωση, δεν θα πρέπει να ξενίζει – άλλωστε η κυβέρνηση της ΝΔ έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση από την αρχή της θητείας της, καθώς αντιμετωπίζει την ανεργία ως υπόθεση ατομικής ευθύνης: έχει θεσμοθετήσει το «ποινολόγιο» των ανέργων, προβλέποντας διακοπή του επιδόματος αν υπάρξει άρνηση σε πρόταση για εργασία, έχει περάσει αλλαγές ώστε αυτό να βαίνει μειούμενο με το πέρασμα του χρόνου (μειώνεται κατά 60% μετά το πρώτο τρίμηνο), ως μέσο πίεσης να αποδεχθούν οι άνεργοι οποιαδήποτε θέση εργασίας, έχει λάβει μέτρα και έχει θέσει σε λειτουργία προγράμματα ώστε το δημόσιο χρήμα της ΔΥΠΑ να διοχετεύεται στις επιχειρήσεις ως επίδομα εργοδοσίας, έχει θεσπίσει την προπληρωμένη κάρτα και τον περιορισμό της χρήσης επιδομάτων σε μετρητά (το 50% του επιδόματος καταβάλλεται πλέον μέσω προπληρωμένης κάρτας για ελεγχόμενες ηλεκτρονικές συναλλαγές).

Ταυτόχρονα, ο Π. Μαρινάκης δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αποκαλύπτει την συνέχιση και κλιμάκωση της πάγιας αντεργατικής πολιτικής της κυβέρνησης που φτάνει ως τη μείωση της στήριξης των ανέργων ως ευάλωτων ομάδων, καθώς τους θεωρεί ότι «κάθονται», όπως είπε και ο Βορίδης δηλώνοντας την υποστήριξη του στα όσα είπε ο Μαρινάκης. Μιας αντεργατικής πολιτικής που οδηγεί τους εργαζόμενους στην εξαθλίωσή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να μην αναφερθεί στο ζήτημα στην κυριακάτικη (συνήθως αναλυτικότατη) ανάρτησή του, προσφέροντας έμμεση στήριξη στον κυβερνητικό εκπρόσωπο – άλλωστε, τον Ιούνιο του 2024 σε συνέντευξή του ο ίδιος ανέφερε ότι το επίδομα ανεργίας είναι «αντικίνητρο για την εργασία» και πως ορισμένοι πολίτες είναι «εθισμένοι στα επιδόματα».

Όπως ήταν φυσικό, η συγκεκριμένη δήλωση προκάλεσε αντιδράσεις ένθεν κακείθεν. Στο κλίμα της προεκλογικής περιόδου αναπτύχθηκε μια χλιαρή αντίδραση της αντιπολίτευσης, που μίλησε για μια «κοινωνικά επικίνδυνη πρόταση», ενώ μόνο οι συνδικαλιστικοί φορείς απάντησαν με επιχειρήματα και αριθμητικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ) έθεσε ένα βασικό ζήτημα αρχής, που τεχνηέντως αποσιωπάται από την κυβέρνηση: ότι το επίδομα ανεργίας είναι ανταποδοτική ασφαλιστική παροχή, χρηματοδοτούμενη από τους ίδιους τους εργαζομένους, συνεπώς δεν αποτελεί «κρατική γενναιοδωρία» που μπορεί να περικόπτεται κατά το δοκούν.

Παράλληλα, η Ομοσπονδία Υπαλλήλων ΟΑΕΔ έκανε λόγο για τη «συστηματική στοχοποίηση των ανέργων και την κατάργηση ενός πραγματικού κοινωνικού δικτύου προστασίας». Η στήριξη μόνο για δύο μήνες θα ασκούσε τρομερές πιέσεις στους ανέργους να αποδεχθούν οποιαδήποτε θέση εργασίας, ανεξάρτητα από τις αποδοχές και τους όρους απασχόλησης, ενώ θα οδηγούσε και σε περαιτέρω συμπίεση των μισθών και υποβάθμιση των εργασιακών συνθηκών συνολικά, όταν αυτή τη στιγμή το 13ωρο, οι απλήρωτες υπερωρίες, οι συμβάσεις «μηδενικών ωρών», η ημιαπασχόληση κερδίζουν συνεχώς έδαφος – είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν μία στις δύο νέες προσλήψεις το 2025 ήταν μερικής ή εκ περιτροπής απασχόληση. Στην εξίσωση θα πρέπει να μπει και ο πληθωρισμός, η αύξηση των τιμών των τροφίμων και των ενοικίων, η όλο και χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των πολιτών, που δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες πιέσεις στους εργαζόμενους.

Η ΝΔ ανοίγει τον δρόμο για σταδιακή κατάργηση του επιδόματος ανεργίας, όχι για λόγους οικονομικού εξορθολογισμού, αλλά για να συνεχίσει να στρώνει προοδευτικά το έδαφος του εργασιακού μεσαίωνα. Ο Παύλος Μαρινάκης δίνει απλώς το στίγμα της επόμενης μέρας των εκλογών: σταθερή επιδότηση για τους επιχειρηματικούς ομίλους, μεγαλύτερη εξαθλίωση για τον εργαζόμενο λαό.

Πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το