Λιμοκτονών θνήσκω…

  Κάτισχνος από την πείνα, κάθιδρος και κατέρυθρος από τον υψηλό πυρετό, σύρθηκε και μισάνοιξε την άθλια εξώθυρα της καλύβας του. Τα κουρέλια που σκέπαζαν το άρρωστο κορμί του, έκρυβαν κάπως τα σημάδια του τύφου που τον σιγότρωγε. Κάθισε στο πεζούλι κι απίθωσε το διδασκαλικό σκουφί του εκλιπαρώντας τους περαστικούς για ένα γρόσι, ένα κομμάτι ψωμί, λίγες σταφίδες, με φωνή που μόλις ακουγόταν:
  -Γενναίοι μου συμπατριώται…
Πήρε μερικές ανάσες κι άρχισε να ψέλνει την “Δέησι υπέρ των Ελλήνων”, ένα παλαιό στιχούργημα άγνωστου ποιητή, το μέλος του οποίου είχε κανονίσει σε βυζαντινό ήχο τρίτο, και με αυτό εμψύχωνε τους γενναίους πολεμιστές, λίγες εβδομάδες ενωρίτερα, κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

“Ζευ, Θεέ, Θεών τε και ανδρών ομού, πάντων βασιλεύ
Ω συ Μουσών, Χαρίτων, Αθηνάς, Ερμού, Απόλλωνος γονεύ
Έκπληξον, κεραυνοφόρε τους εχθρούς των σοφών Γραικών…”

  Κάποιοι τον θυμούνταν, “δες, ο δάσκαλος που μας έψελνε το Θούριο”, και του άφηναν ένα παξιμάδι ή μια γαλέτα στο σκουφί, κουνώντας το κεφάλι με λύπη.
  -Πείτε του γενναίου Αρχιμανδρίτη, ότι έχω χρεία, ψιθύριζε σε όποιον πλησίαζε αλλά μάταια. Έπαιρνε μια ανάσα και συνέχιζε απτόητος το άσμα του:

“Ρίψον Ζευ, βροντώδη σου τον κεραυνόν
Βρόντησον, ερίγδουπε, βρόντον τρομερόν
Πλήξον σκληρών βαρβάρων κεφαλάς
Φθάνει πλέον των Ελλήνων τα δεινά”

  Οι λίγοι που κοντοστέκονταν, διέκριναν στο θολό βλέμμα του τη σπίθα που σιγόκαιγε ακόμα, τον πόθο για τη λευτεριά του δουλωμένου γένους. Η φλόγα που τρεμουλιαστή μεν αλλά ζωντανή, είχε φωλιάσει βαθιά μέσα του, γινόταν ύμνος και δέηση στον πατέρα θεών και ανθρώπων Δία:

“Έως πότε, αγκυλομήτα Ζευ, πλήθος συμφορών;
Ας επανακάμψει και εις ημάς ο χρυσούς αιών”.

  Αυτή η φλόγα τον είχε οδηγήσει στον ξεσηκωμένο Μοριά. Είχε ποτίσει το είναι του από μικρό παιδί, όταν στο χωριό του στις ακτές της Βιθυνίας, στη Μαρμαρίδα θάλασσα, ο γέρων Θεοδόσιος* ο εκ Μουδανιών, παλαιός διδάσκαλος στη σχολή των Κυδωνιών που είχε επιστρέψει στα πάτρια, τους δίδασκε ψαλτική κι αριθμητική, τους μάθαινε να απαγγέλλουν το Θούριο του Ρήγα και τους μιλούσε για το ένδοξο παρελθόν του τυραγνισμένου γένους.  Τ’ αγάπησε τα γράμματα ο υιός του Φιλίππου του αλιέως. Στα δώδεκα φόρεσε το ράσο, έλαβε το όνομα Εφραίμ και διάβαζε τον Απόστολο στο ψαλτήρι ως βοηθός Αναγνώστη. Άφησε τη σκούνα και τα δίχτυα και διάλεξε το δρόμο της γνώσης και της διδαχής. Στα δεκάξι του αποχαιρέτησε οριστικά γονικά κι αδέρφια και, συστημένος από τον Θεοδόσιο, ταξίδεψε στο Αϊβαλί, σπουδαστής στην περίφημη Ακαδημία των Κυδωνιών. Εκεί, κοντά στον σοφό λόγιο Βενιαμίν τον Λέσβιο, του ανοίχτηκαν νέοι ορίζοντες. Πέρα από τα ιερά γράμματα που γνώριζε ήδη, μαθήτευσε στην ελληνική γραμματεία, τη φυσιογνωσία, την πειραματική επιστήμη, την αστρονομία και όσο αυγάταιναν οι γνώσεις του, τόσο φούντωνε μέσα του ο θαυμασμός για τους αρχαίους προγόνους κι ο πόθος της λευτεριάς.

  -Περίανδρε;
  -Χαράλαμπε, εδώ βρίσκεσαι;
  -Μα εσύ είσαι κάτωχρος, αδελφέ!
  -Μη με πλησιάζεις, αδελφέ μου Χαράλαμπε, μη σε πιάσει κι εσένα το χτικιό. Μόνον ολίγο φαγί βρες μου αδελφέ μου, ολίγον ζωμόν, διότι μόνον γαλέτα και σταφίδας εσθίω τελευταίως. Αδυνατώ να υπάγω ως την επιμελητεία, το σώμα ασθενεί λίαν εκ του λοιμού και δεν με υπακούει πλέον. Δεν θα αντέξω επί πολύ.
  -Σπεύδω τάχιστα! Θα φροντίσω, μη σε μέλλει.

  Ένα αχνό χαμόγελο χαράχτηκε στο αποστεομένο πρόσωπό του. Όχι μόνο από την άξαφνη εξ ουρανού βοήθεια. Αλλά κι από τις όμορφες αναμνήσεις που ξύπνησε στο μυαλό του η απρόσμενη παρουσία του παλιού του συντρόφου, του Χαράλαμπου Μάλη*, Κύπριου την καταγωγή, γνώριμου από την Βασιλεύουσα, όπου ο αναγνώστης Εφραίμ είχε μεταβεί φλογισμένος από τον πόθο να μεταδώσει την αρχαιογνωσία που είχε διδαχθεί στην Ακαδημία των Κυδωνιών. Ο Μάλης, ως παλαιότερος στην Πόλη και γνωστός διδάσκαλος ομογενών νέων, τον είχε συστήσει σε επιφανείς ρωμαίικες οικογένειες που αναζητούσαν κάποιον φιλόμουσο και φιλογενή οικοδιδάσκαλο για τα τέκνα τους.  Εισήλθε έτσι στον κύκλο των Ρωμιών της Πόλης, και με την φλογερή διδασκαλία του σύντομα απέκτησε όνομα ικανού και γενναιόφρονος διδάκτορος. Διάβαζε στους μαθητές του αποσπάσματα από τον Λόγιο Ερμή, του οποίου ήταν συνδρομητής, από τους μύθους του Αισώπου, τους δίδασκε τους λόγους του Λυσίου και του Ισοκράτη, Πλούταρχο, Στράβωνα, Πλάτωνα, τις εκδόσεις αρχαίων συγγραμμάτων του Αδαμάντιου Κοραή που υπήρχαν στις βιβλιοθήκες των φιλόμουσων της Πόλης. Παράλληλα, συνέθετε και απήγγειλε πατριωτικά ασμάτια, τα οποία αποστήθιζαν οι μαθητές του. Είχε ευγλωττία, αυτοσχεδίαζε και εκφωνούσε φλογερές ομιλίες, συναρπάζων τους ακροατές του.  Εβδομήντα περίπου χρόνια αργότερα ο μαθητής του στην Πόλη, Δημήτριος Μιχ. Βασιλείου*, υπερήλικας πλέον, θυμόταν ακόμα τον διδάσκαλό του Εφραίμ “με τον σκούφον” και απήγγειλε σε διάλεξη στην αίθουσα του Παρνασσού το πατριωτικό στιχούργημα που τους είχε διδάξει:
“Φίλοι μου συμπατριώται,
υπό τον ζυγόν έως πότε
των αχρείων μουσουλμάνων
της Ελλάδος των τυράννων;”
  Όπως το υποσχέθηκε, ο Χαράλαμπος δεν άργησε να επιστρέψει με ένα κύπελλο ζεστού ζωμού. Ανακάθησε στο πεζούλι και ήπιε το ζωογόνο ρόφημα. Η όψη του δεν ζωντάνεψε ιδιαίτερα αλλά η διάθεσή του βελτιώθηκε πάραυτα. Ανυψώθηκε το ηθικό του κι άρχισαν με τον Μάλη να θυμούνται τις μυστικές συζητήσεις τους στην Πόλη, όταν ως μέλος της Εταιρείας των Φιλικών ο Μάλης τον μύησε κι εκείνον στο μεγάλο μυστικό και τον όρκισε στα μυστήρια της Εταιρείας.  -Και αύθις ο Εφραίμ μετονομάσθη εις Περίανδρον! Υιοθέτησα το όνομα του εκ των επτά σοφών, θεωρών πως ούτως κληρονομώ και την σοφίαν του, συμπλήρωσε αστειευόμενος και γέλασαν κι οι δυο.
  -Πώς και ευρέθης στην Τριπολιτσά; ρώτησε ο Μάλης. Νόμιζα πως ήσουν στην Καλαμάτα, παρά τον παπά-Θεόκλητον τον Φαρμακίδην, εις την Εθνικήν Τυπογραφίαν, ως με έγραψες.
  -Αδελφέ μου Χαράλαμπε, πολλά υπέφερα δια την πατρίδα, αναστέναξε ο Περίανδρος κι εσφούγγισε ένα δάκρυ. Από πού να ξεκινήσω. Με είχες αφήσει προ δύο ετών εις την Βασιλίδα των πόλεων ως οικοδιδάσκαλον των τέκνων του ευγενούς τσελεπή-Μιχαλάκη*. Ότε στας αρχάς του τρέχοντος έτους εσηκώθη το γένος κατά του τυρράνου, θα έμαθες πως στην Πόλη οι Αγαρηνοί αφηνίασαν. Κυνήγησαν κι αφάνισαν τη στρατιά του γενναίου πρίντζηπος Αλεξάνδρου εις την Βλαχία και σαν μαθεύτηκε πως ξεσηκώθη ο Μοριάς, η Ρούμελη και τα νησιά, έσυραν τον Πατριάρχη εις το ικρίωμα και εσφαγίασαν όσους Ρωμιούς της Πόλης ενόμιζαν ως υπαιτίους. Ο αυθέντης μου πρόκαμε κι έστειλε τη φαμελιά του στην Οντέσσα. Εγώ έμεινα μαζί του να φυλάξουμε το βιος του, μα σαν δυσκόλεψε η κατάσταση, εμβήκαμε εις ένα βρίκι και ήρθαμε εις την Αίγινα, όπου εχωρίσθημεν.
  -Εκεί με απεγύμνωσαν οι εδικοί μας, αν έχεις το Θεό σου, συνέχισε ο Περίανδρος κι έπνιξε ένα λυγμό που ανέβηκε στον πονεμένο λαιμό του.
  -Δηλαδή;
  -Κάποιοι γενναίοι Ρουμελιώτες που φτάσανε στο νησί κυνηγημένοι απ’ τα μέρη τους, ρίχτηκαν στο πλιάτσικο, γυμνώνοντας νοικοκυραίους και μη. Θύμα της λαφυραγωγίας των υπήρξα και εγώ ο τάλας, και ευρέθην ως κάλαμος εις τον άνεμον. Ανέβηκα τότε εις τα Τρικόρυφα**, εις την υπηρεσίαν του φιλογενούς πρίντζηπος Δημητρίου, ίνα δουλεύσω την Πατρίδα και να συνεργήσω εις τον υπέρ της ελευθερίας ιερόν αγώνα από κάποιο πόστο, όπου θα ήμουν χρήσιμος. Εζήτησα όπλον, μα δεν με έδωκε κανείς. Ούτε κάποιον υπούργημα σχετικόν με τας γνώσεις μου. Επί τριάκοντα ημέρας περιφερόμουν ψωμοζητών, αφηγούμενος εις τας καλύβας τας πράξεις και τας αρετάς των προγόνων μας. 
  Διέκοψε συγκινημένος, ήπιε λίγο νερό και συνέχισε:
  -Μα δεν έμεινα εντελώς άπραγος. Κατά τας μάχας εσυνόδευα τους γενναίους μαχητάς εις το πεδίον του Άρεος, τους εμψύχωνα και τους εγκαρδίωνα με θούριους και κηρύγματα. Ολίγον έλειψε να κατέβω εις τον Πλούτωνα από σφαίραν κανονίου από την Τριπολιτσάν που έπεσε πλησίον μου. Καθημερινώς εκινδύνευα την ζωήν μου δια την γλυκειά πατρίδα μετέχων στις αψιμαχίες άοπλος, πένης και λιμάζων, διότι δεν ανήκον εις κανένα ασκέρι και δεν με έδιδαν ταγίνι, ούτε τα αναγκαία δια την τροφήν μου. Εκοιμώμην επάνω εις πέτρας, ότε κάποιοι Μωραΐτες μ’ έκλεψαν τον σάκον με τα ολίγα ρούχα μου κι απέμεινα “γυμνότερος από το γουδοχέρι”, κατά την παροιμίαν.
  -Και πώς ευρέθεις να εργάζεσαι παρά τον Φαρμακίδην, εις την έκδοσιν της Σάλπιγγος, στην Καλαμάτα; 
  -Εν τέλει με εσπλαχνίσθη ο ελλόγιμος κύριος Βάμβας κι ότε ο γενναιόκαρδος πρίντζηπας Δημήτριος έφερεν το τυπογραφείον, με συνέστησε εις τον χαριέστατον Θεόκλητον. Επήγα εις την Καλαμάταν ως βοηθός του. Με εδέχθη με δυσαρέσκειαν, φερόμενος πολλά υπεροπτικώς, με μόνην αμοιβήν εκατόν δράμια άρτου ημερησίως, και τούτα κατά περίστασιν, όχι τακτικώς.
  Μια σκιά μελαγχολίας σκέπασε το βλέμμα του. Μόλις συνήλθε, συνέχισε την αφήγηση των περιπετειών του:
  -Έκαμα υπομονήν καθότι τα πράγματα ήσαν ακόμη ακατάστατα. Εδούλευα ειλικρινώς και τιμίως δια το γένος, μολονότι γύρωθεν πλείστοι μισόκαλοι, χρυσολάτραι, εφέροντο βαρβαρικώς και απλήστως σωρεύοντες τάλαρα, ενώ οι αληθείς πατριώται επένοντο. Αγάπησα την πατρίδα πλειότερο απ’ ότι με ηγάπησεν εκείνη, αδελφέ μου Χαράλαμπε, απόσωσε με θλίψη κι έγειρε κουρασμένος το κεφάλι.  -Περίανδρε, μη σκοτίζεσαι. Θα μιλήσω του Αρχιεπισκόπου Δικαίου, στη δούλεψή του είμαι. Θα εύρω λύση. Ξεκουράσου τώρα. Αύριο θα σου φέρω πάλι φαγί κι ένα ντοτόρο να σε κοιτάξει.  Ο ντοτόρος ήρθε με ένα μαντήλι στο στόμα καθώς η δυσωδία από τα εκατοντάδες κουφάρια ήταν ανυπόφορη. Δεν πλησίασε, τον είδε εκ του μακρόθεν κι αναχώρησε κουνώντας απελπισμένος τα χέρια.
  -Πυρετός εκ τύφου, όπως το υπέθεσα, είπε στον Μάλη. Δεν υπάρχει γιατρειά.
  Ο Μάλης παρακάλεσε τον Δικαίο. Εκείνος θυμήθηκε τον Περίανδρο από τον κύκλο των Φιλικών της Πόλης, τον σπλαχνίστηκε, μα οι ανάγκες του αγώνα ήταν πολλές, πού καιρός για τους χιλιάδες που θέριζε ο λοιμός που προκλήθηκε από  τα σκορπισμένα σ’ όλη την πόλη άταφα κορμιά, απ’ όταν εκυρίευσαν οι Ρωμιοί την Τριπολιτσά κατά την 23η Σεπτεμβρίου.   Απογοητεύτηκε, μα δεν το έβαλε κάτω ο φίλος του. Πήγε στον τυπογράφο Κωνσταντίνο Τόμπρα* και σε άλλους πολλούς, ακόμα και σε ανθρώπους του μπέη της Μάνης Πέτρου Μαυρομιχάλη. Ρώτησε να μάθει για την πολιτεία του Περίανδρου. Όλοι είχαν καλούς λόγους να πουν, για την φιλοτιμία του, τον πατριωτικό ζήλο και την αφιλοκερδή προσφορά του στον πανεθνικό αγώνα.   Αφού έλαβε καλές γνώμες από όλους πήγε και στον Θεόκλητο που γνώριζε πως ήταν δύστροπος και πείσμων. Εκείνος δεν του έδωσε σημασία. Είχε τις δικές του σκοτούρες μιας και ο πρίγκηπας επέμενε εις την προεξέτασι των κειμένων πριν τυπωθούν στην εφημερίδα, κάτι που δεν δεχόταν επ’ ουδενί ο πολύς Φαρμακίδης. Με συνέπεια το τέταρτο φύλλο της Σάλπιγγος, στο οποίο θα περιγράφονταν τα γεγονότα της άλωσης της Τριπολιτσάς, να μην τυπωθεί αν και είχε προετοιμαστεί.  -Ναι, το βάλαμε μπρος, αμέσως μόλις ελάβαμε το χαρμόσυνο μαντάτο, στας 26 του Σεπτέμβρη, επιβεβαίωσε ο Περίανδρος στον Μάλη, την επόμενη που του επήγε το ημερήσιο συσσίτιο. Αλλά ο Θεόκλητος εψυχράνθη με τον πρίντζηπα και διέκοψε την εργασία. Εξ αιτίας αυτής της διαφωνίας έπαψε να εκδίδεται η “Σάλπιγξ Ελληνική”, εφημερίς την οποία ηγάπησα ως τέκνον μου καίτοι την εδούλευσα πενόμενος. Τότες ήλθον και εγώ εις Τριπολιτσάν, προς αναζήτησι κάποιας άλλης επωφελούς υπηρεσίας προς το γένος. Και εδώ μ’ ηύρεν το κακό.
  Ο Μάλης συνέχισε να τον σιτίζει, μα όσο περνούσαν οι μέρες χειροτέρευε. Το σαράκι δεν υποχωρούσε. Ψηνόταν στον πυρετό και δεν είχε πια δύναμη ούτε να βγει στο πεζούλι. Το μυαλό του ταξίδευε στα παιδικά του χρόνια, στους γονείς και τ’ αδέρφια του που είχε χρόνια να μάθει νέα τους. Πού και πού, πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα, τον άκουγαν να σιγοτραγουδά:

“Ανάμεσα σε Τρίγλια, Συγκή και Μουντανιά**
Καράβι αρμενίζει με δεκ’οχτώ πανιά”.

  -Τραγούδι από τον τόπο μου είναι, απάντησε σε κάποιον που ρώτησε.    Άλλοτε πάλι έπιανε να ψέλνει προσωπικές παρακλήσεις προς τον Δία, δικής του επινόησης:

“Επίβλεψον και ίδε, πλέον, και ημάς
Εάν και υπάρχεις Ζευ!
Και την αρετήν αληθώς τιμάς”.

  Απελπισμένος, ένα πρωί μάζεψε όσο κουράγιο του είχε απομείνει, φόρεσε το σκουφί του, το μοναδικό απομεινάρι που θύμιζε το διδασκαλικό παρελθόν του, σύρθηκε ως την ξύλινη πόρτα κι έγραψε με ένα κομμάτι κάρβουνο:
  “Λιμοκτονών θνήσκω…”
  Ξάπλωσε στο αχυρένιο στρώμα και εξεμέτρησε το ζην, λίγο πριν μπει ο Νοέμβρης του Α’ έτους της ελευθερίας (1821).
  Με αυτό το υστερόγραφο, καλλιγραφημένο όπως τα λιγοστά γραπτά του, τα οποία σύναξε ο αδελφικός φίλος του Χαράλαμπος Μάλης*, “δια να διασωθή τό όνομά του εις τα χρονικά της Ελλάδος, όπου έτρεξε και ηύρε το τέλος”, αποχαιρέτησε πρόωρα τα εγκόσμια ο Περίανδρος ή Εφραίμ του Φιλίππου, σε ηλικία τριάντα πέντε ετών περίπου.
  Δεν υπήρξε ούτε σπουδαίος πολεμιστής, ούτε διακεκριμένος λόγιος. Όμως είχε ικανή παιδεία, εφλέγετο από ειλικρινές  πατριωτικό πάθος και πάσχισε να μεταδώσει, με όση δύναμη είχε, τη φλόγα της λευτεριάς στους συμπατριώτες του.

  Θ. Μπελίτσος, Παλιόχωρα Αβίας, Σεπτέμβρης 2021.

 *   *   *

  Σημειώσεις
  Ο πίνακας “A beggar seated on a bank” είναι έργο του 1630, του Ολλανδού ζωγράφου Rembrandt.
  Ο Περίανδρος Φιλίππου (περ. 1785-1821), πρόσωπο υπαρκτό, γεννήθηκε σε κάποια παραλιακή πολίχνη της Βιθυνίας, στη νότια ακτή της Προποντίδας. Έλαβε εγκύκλιο παιδεία στην περίφημη Ακαδημία Κυδωνιών. Εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος στην Πόλη με αξιοπρεπές εισόδημα, ήταν συνδρομητής του Λόγιου Ερμή και μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε’, διέφυγε στην Πελοπόννησο, όπου εργάστηκε υπό άθλιες συνθήκες αμοιβής και διαβίωσης στο Εθνικό Τυπογραφείο στην Καλαμάτα.   Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς μετέβη στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, όπου ασθένησε από λοιμική νόσο και απεβίωσε. Η λογοτεχνική απόδοση του βίου και του άδοξου τέλους του, την οποία επιχείρησα, περιλαμβάνει πολλά στοιχεία μυθοπλασίας αλλά στηρίχτηκε σε διασώθεντα τεκμήρια, τα οποία αντλήθηκαν κυρίως από τις παρακάτω βιβλιογραφικές πηγές.
  -Β.Π. Παναγιωτόπουλου, “Περίανδρος Φιλίππου”, Ο Ερανιστής τόμος 1 (1963), τεύχ. 2, σελ. 56-60 και τεύχ. 3/4, σελ. 86-99.
  -Δημητρίου Μ. Βασιλείου, “Ενθυμήματα της εποχής μου”, Εν Αθήναις 1890, σελ. 5-6.
  -Αντωνίου Ν. Σιγάλα, “Συλλογή εθνικών ασμάτων”, Εν Αθήναις 1880, σελ. 1-2.
  -Χαραλάμπους Μάλη, επιστολή στην εφ. “Αθηνά” Ναυπλίου, φ. 70, 19-11-1832.

  *Πρόσωπα.
  Εκτός από τις γνωστές προσωπικότητες που αναφέρονται στο κείμενο (Παπαφλέσσας, Πετρόμπεης, Νεόφυτος Βάμβας, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Αδαμ. Κοραής, Βενιαμίν Λέσβιος, Υψηλάντηδες), υπάρχουν και κάποια πρόσωπα λιγότερο γνωστά, για τα οποία παραθέτω λίγες πληροφορίες για τον φιλομαθή αναγνώστη:
  -Θεοδόσιος εκ Μουδανιών. Δίδαξε στην Σχολή Κυδωνιών στην πρώτη φάση της, πριν από το 1792.
  -Μιχαήλ Βασιλείου (τσελεπή Μιχαλάκης). Φιλόμουσος έμπορος της Κων/πολης, Φιλικός, μέλος οικογένειας εμπόρων και λογίων με καταγωγή από το Αργυρόκαστρο της Ηπείρου, με επιχειρηματική δραστηριότητα σε Οδησσό, Τεργέστη, Βιέννη, Γαλλία κ.α. Υπήρξε χορηγός της έκδοσης του Λόγιου Ερμή και εκδόσεων αρχαιοελληνικής γραμματείας, στην διάδοση των οποίων στον ελληνικό χώρο συνέβαλε. Ο πρεσβύτερος αδελφός του Αλέξανδρος Βασιλείου (1760-1818), γνωστός λόγιος της διασποράς, υπήρξε έμπιστος φίλος και στενός συνεργάτης του Αδ. Κοραή.
  -Δήμητριος Μιχ. Βασιλείου, υιός του προηγούμενου, μαθητής του Περίανδρου Φιλίππου.
  -Χαράλαμπος Μάλης. Κύπριος λόγιος, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, γραμματεύς εξ απορρήτων του Παπαφλέσσα, που υπηρέτησε αργότερα σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις.
  -Κωνσταντίνος Τόμπρας. Κυδωνιεύς που είχε λάβει γνώσεις τυπογραφίας στη Γαλλία κοντά στον εκδότη Firmin Didot (Διδότο). Ανέλαβε να λειτουργήσει την τυπογραφική μηχανή που έφερε ο Δημ. Υψηλάντης, στην οποία τον Αύγουστο του 1821 τυπώθηκε στην Καλαμάτα η πρώτη εφημερίδα των επαναστατημένων Ελλήνων, η “Σάλπιγξ Ελληνική”, καθώς και άλλα κυβερνητικά έντυπα.

  **Τοποθεσίες.
  – Τρικόρυφα: τα Τρίκορφα Αρκαδίας, όπου στήθηκε το στρατόπεδο των Ελλήνων πολιορκητών της Τριπολιτσάς το καλοκαίρι του 1821.
  – Τρίγλια, Συγή ή Συγκή, Μουδανιά: τρεις κοντινές παράλιες πόλεις στις νότιες ακτές της Προποντίδας, στην επαρχία της Βιθυνίας, στο έμπα του κόλπου της Κίου. Ως το 1922 είχαν σχεδόν αμιγή ελληνικό πληθυσμό.

    Θ.Μ.

Please follow and like us: