Νόρα Ράλλη

Αυτό το πράμα πάλι! Είναι πράμα αυτό τώρα; Πώς την έχουμε δει δηλαδή; Ετσι θα περάσουμε τη ζωή μας; Κοιτώντας και ξανακοιτώντας την άδεια σελίδα, περιμένοντας την επιφοίτηση; Τώρα, θα ‘ναι επιφοίτηση, αποφοίτηση, αναζήτηση ή κατακράτηση… ό,τι έρθει πρώτο. Δεν μας παίρνει ο χρόνος, βλέπεις. Ούτε για αναμονές, μήτε για παραμονές, όσο για εντατικές… Ο,τι γράψουμε ώς τα 60! Μετά, μόνο νουθέτηση, τρομοκράτηση και, στο τσακίρ κέφι, βηματοδότηση.

«Τόπο στα νιάτα!», σου λέει ο άλλος. Τι του λες μετά, μου λες; Ενα έρμο 250άρι τούς έταξε, 100-100 θα τους τα πάρει πίσω. Σε λίγο, όσο πιο «και άνω» τόσο πιο «και χάνω» θα μας καταντήσει… Δεν τους κάνεις, ρε φίλε, πώς αλλιώς να σ’ το πουν δηλαδή; Δεν καλύπτεις τις ανάγκες τους, είναι καιρός ν’ ασχοληθούν και λίγο με τον εαυτό τους, τους έφαγες τα καλύτερά τους χρόνια. Δεν φταις εσύ, τα γηρατειά σου φταίνε: η ανάσα σου που μυρίζει γεροντίλα, η φανέλα που μποχάει ιδρωτίλα, το πασούμι π’ αναδύει ποδαρίλα, η μορφή σου που θυμίζει αριστερίλα.

Πώς βγαίνουν λογιώ λογιώ τυπάκια πριν από τις γιορτές κι αρχίζουν το γνωστό τροπάρι «δεν είμαι ζητιάνος, πουλάω ένα στυλό για να ζήσω»; Το ίδιο κάνει κι η κυβέρνηση. Με τη μόνη διαφορά πως δεν ζητάει – παίρνει. Μωρέ, μήτε στυλό δεν θα σ’ αφήσει – να την ακούς τη γερόντισσα.

Αμ’ τ’ άλλο; Δεν μας φτάνει η ρυτίδα μας, έχουμε και το άλλο. Τι πάει να πει, δηλαδή, «το μέλλον ανήκει στα παιδιά μας»; Να προσέχω να μην πατήσω κάνα ραδίκι, μπας και δεν το βρουν τ’ αγέννητα; Να το πει ο Μητσοτάρχας, να το καταλάβω. Εκεί μάλιστα. Το μέλλον ανήκει στα παιδιά του και μόνο στα παιδιά του. Παιδί κι αυτός, στις εξορίες μεγαλωμένος, το ξέρει καλά. Τι κι αν δεν το πολυπίστευε ούτε η ίδια του η μάνα;

Αυτός απέδειξε πως το μέλλον τού ανήκε τελικά. Γιατί είναι αυτός, ο ένας, ο εις και σαν αυτόν άλλος κανείς! Ο εκ του Πατρός γεννηθέντας (με το γεννηθείς δεν βγαίνει ο ρυθμός) προ πάντων των αιώνων! Το φως εκ του φωτός! Ο γεννηθέντας, ου ποιηθέντας, ομοούσιος τω πατρί, δι’ ου τα πάντα (τα πάντα όμως!) εγένετο! Ο και πάλι (και πάλι και πάλι και κάτσε κι αγωνίσου εσύ) ερχόμενος μετά δόξης, κρίναι ζώντας και νεκρούς (τις προάλλες δεν είπε για «αχρείαστους θανάτους»;), ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος! (μωρέ που να χτυπιέσαι, τέλος δεν θα έσται!).

Η Αννα η Μισέλ, του Παναγιώτη τ’ Ασημακόπουλου η κόρη, αυτού από τη Μεσσηνία (από πού αλλού!), που ήταν συμμαθητής με τον τέως, τον βασιλιά, τον Κωνσταντίνο ντε, που γεννήθηκε στ’ ανάκτορα του Παλαιού Ψυχικού (και όχι σε φαβέλες του Κερατσινίου σαν κάτι άλλα παιδάκια), που τα πάντα έδωσε για την Ελλάδα, που και τ’ όνομά του άλλαξε (από Γκλίξμπουργκ σε Ντεγκρέτσια) και που μετά έγινε και νονός της μικρής Αννούλας, ένεκα το συμμαθητιλίκι με τον Παναή που λέγαμε – ε αυτή δεν γύρισε προψές κι είπε πως ο πρωθυπουργός μας είναι «διεθνούς βεληνεκούς ηγέτης», πως «έχει αναβαθμίσει τη χώρα!», πως και οι ίδιοι οι Βρετανοί σαν τον είδαν είπαν πως αυτόνα θέλουνε κι όχι τον ξανθομπάμπουρα τον Μπόρις, μα το μελανούρι τον Κούλις, αυτόν για τον οποίο «όλη (όλη όμως!) η Ελλάδα είναι περήφανη!»; Και που στο τέλος δεν άντεξε κι εκδηλώθηκε: «Ν’ αγιάσετε!», του φώναξε.

Μπα που να σε βρει μαύρη καντήφλα, σκορδόστομη! Μπα που να φας τη γλώσσα σου, αφορεσμένη! Που τον βλέπεις και μου αναβαθμίζεσαι, τρομάρα σου. Που σου χαμογελά και ξεμυαλίζεσαι. Γιατί τόσο ξεφτιλίζεσαι;

Τι ρωτάω… τζάμπα το μελάνι στην άδεια σελίδα. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση δεν σκαμπάζει από ξεφτιλίκια. Κι όσο εμείς ψελλίζουμε το Σύμβολο της Πίστεως προς δαύτους, όχι του μέλλοντος αιώνος, μα ούτε ίσαμε τα 60 δεν μας βλέπω να φτάνουμε.

Φτύσε τον κόρφο σου και ρίξ’ αλάτι. Από το χοντρό! Αλλιώς δεν. Καθόλου δεν όμως!

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το