[Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην εκδήλωση- συζήτηση που διοργάνωσε η Ένωση Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου στις 24-3-2014]

Στην αρχή της τοποθέτησής μας θα υπερασπιστούμε την ιστορία ως επιστήμη, κινούμενοι στα πλαίσια του ιστορικού υλισμού. Από τα πρώτα βήματα, με το θετικισμό του 19ου αιώνα, στη διατύπωση των ιστορικών νόμων του Μαρξ στην αντιδραστική αναδίπλωση της αστικής διανόησης τον 20ο αιώνα λόγω της όξυνσης της ταξικής πάλης σε συνθήκες ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού, στον καταλυτικό ρόλο των σύγχρονων σχετικιστικών – αγνωστικιστικών αντιλήψεων στην ιστορική αφήγηση και στην επίσημη διδασκαλία της. Επίσης στους αστούς διανοητές σήμερα –ιδιαίτερα μετά το ΄90– στην υπηρεσία της συγκάλυψης της ταξικής αλήθειας της εργατικής τάξης. Και τέλος, για τον ιστορικό νόμο της ταξικής πάλης.
Με παραδείγματα από το βιβλίο της Γ Λυκείου Γενικής Παιδείας των Κ. Κολιόπουλου, Κ. Σβολόπουλου, Ε. Χατζηβασιλείου και συγκεκριμένα από τις ενότητες που αφορούν τη Νέα Αποικιοκρατία, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Μεσοπόλεμο, θα φανεί με ποιο τρόπο αποσιωπάται η πάλη των τάξεων ως ερμηνευτικό εργαλείο της ιστορικοκοινωνικής εξέλιξης,
ενώ παράλληλα κατασκευάζονται τα ιδεολογήματα («θεωρία» των δυο άκρων) με τα οποία εδραιώνεται η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της αστικής τάξης.

Το θέμα της παρέμβασης- τοποθέτησής μας είναι η ιστορία ως βασικό πεδίο στα πλαίσια της σχολικής εκπαίδευσης στο οποίο αντανακλάται ασφαλώς η πρόθεση της κυρίαρχης τάξης να εδραιώσει την κυριαρχία της, ενώ παράλληλα είναι δυνατό ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή την πίεση των λαϊκών αγώνων, να καταγράφει κάποτε και την τακτική υποχώρησή της.
Αλλά ήδη, δώσαμε το στίγμα της ομολογίας μας: ιστοριογραφία, ιδεολογία, κοινωνικές τάξεις, λαϊκοί αγώνες. Και της αποκήρυξής μας: Η επίσημη ιστορική αφήγηση δεν είναι ουδέτερη, όπως επιδιώκει να την προβάλλει η κυρίαρχη τάξη, οπωσδήποτε δε δεν είναι ταξίδι, σχολική εκδρομή, διαίσθηση, περιπλάνηση.
Από την άλλη η ιστορία χωρίς άλλους προσδιορισμούς τι είναι; Διήγηση έργων αξιοσημείωτων, γραμμική αφήγηση της νομοτελειακά προσδιορισμένης εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, αιτιακή αλληλουχία γεγονότων;
Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις. Ο ιστορικός έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των νόμων που διέπουν την κοινωνική ζωή και εξέλιξη στην πορεία του χρόνου. Ο ιστορικός δεν είναι ένας θεόπνευστος προφήτης ή ένας απλός συντάκτης της ιστορικής αφήγησης. Μελετά την αντικειμενική πραγματικότητα του κοινωνικού κόσμου, αναζητώντας τους νόμους που τη διαμορφώνουν, αλλά και την αλλάζουν. Και επειδή δεν είναι δυνατό να υποκρινόμαστε πως στον 21ο αιώνα ανακαλύπτουμε την Αμερική, οφείλουμε να θυμηθούμε πως η προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει τους νόμους της εξέλιξης αυτής έχει πριν από χρόνια πολλά βγει από τα σπήλαια, έχει κατοχυρώσει ορισμένες αρχές και αλήθειες και έχει οργανώσει τη μέθοδό της με τέτοιο τρόπο που να μπορούμε δυο αιώνες τώρα να μιλάμε για επιστημονική προσέγγιση της ιστορίας.
Ας δούμε σύντομα την τεθλασμένη πορεία αυτής της πνευματικής κίνησης από τον 18ο έως και τον 20ο αιώνα. Το μεγάλο βήμα για την επιστήμη γενικότερα έγινε βέβαια τον 18ο αιώνα, τον φωτεινό αιώνα του Διαφωτισμού, δηλ της αστικής διανόησης. Η αισιοδοξία –λόγω της προόδου των επιστημών της φύσης– γέννησε το ερώτημα αν το ίδιο μπορούσε να συμβεί και στη μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας. Έτσι έχουμε τα πρώτα βήματα της ιστορίας ως επιστήμης το 19ο αιώνα με τον Χέρμπερτ Σπένσερ που κατέβασε τη φιλοσοφία από τα μεταφυσικά ύψη, ταυτίζοντάς την με την καθολική επιστήμη και με τον Μπ. Ράσσελ πολύ αργότερα, που έχει την πεποίθηση –γαλουχημένος με την ίδια αισιοδοξία– ότι «μια μέρα θα ανακαλύπταμε τα μαθηματικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εξίσου ακριβή όσο και τα μαθηματικά των μηχανών».
Το ρεύμα του Θετικισμού στην ιστορία συνιστά πρόοδο σε σχέση με τις
προηγούμενες προεπιστημονικές περιόδους, όχι όμως σε σχέση με τον ιστορικό υλισμό. Το ρεύμα αυτό, με την έμφαση που δίδει στη έρευνα των θετικών επιστημών, αντανακλά την κατοχύρωση του ρόλου της αστικής τάξης ως κυρίαρχης τάξης.
Στα 1859 ο Μαρξ, αφού πρώτα αναγνώρισε την ευεργετική επίδραση
του επιστημονικού λογισμού, όπως κατοχυρώθηκε με το θετικισμό, στη συνέχεια αποκαλύπτει και την ιδεαλιστική του φύση. Αρνείται την έμφαση στην απλή αποτύπωση των ιστορικών γεγονότων στις πηγές, διευρύνει το τοπίο της ιστορικής έρευνας και αναγνωρίζει ως κυρίαρχο νόμο ερμηνείας της ιστορικής εξέλιξης την ταξική πάλη. Στα πλαίσια αυτά, διατυπώνει τη θεωρία του ιστορικού υλισμού, βάσει της οποίας η σύγκρουση των ταξικών συμφερόντων διαμορφώνει τους όρους ανάπτυξης όλων των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών φαινομένων. Συνεπώς, η διαλεκτική βάση του ιστορικού υλισμού δεν αντιμετωπίζει με αποσπασματικότητα καμία έκφραση της κοινωνικής ζωής, αντιθέτως συνδέει όλες τις πλευρές με τον κεντρικό κορμό, το θεμελιακό νόμο δηλαδή της ταξικής συγκρότησης της κοινωνίας. Στο επίπεδο μάλιστα του εποικοδομήματος ερμηνεύει κάθε έκφραση ως αντανάκλαση των παραγωγικών σχέσεων που επικρατούν σε κάθε κοινωνικό σύστημα. Σε αυτό το επιστημονικό πλαίσιο του ιστορικού υλισμού κινείται η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων (π.χ τα στάδια της ελληνικής ιστορίας, ο χαρακτήρας της επανάστασης του 21, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και διεθνώς, η ιστορία του χριστιανισμού κλπ) από τους έλληνες ιστορικούς Κ. Κορδάτο και Γ. Ψυρούκη.
Η θεωρία αυτή άνοιξε νέους ορίζοντες στην ιστορική έρευνα, αλλά και συνολικότερα στο χώρο της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Παράλληλα, η διαλεκτική ερμηνεία των ιστορικών φαινομένων συνέβαλε καθοριστικά και στη διαφώτιση της συνείδησης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, καλλιεργώντας ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για το λαό. Αυτό το ελπιδοφόρο μήνυμα βρήκε την ιστορική του αντιστοίχιση στη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Για το λόγο αυτό, η αστική τάξη θέτει στο στόχαστρό της τον ιστορικό υλισμό, παρακάμπτει τους επιστημονικούς νόμους της ταξικής ανάλυσης των ιστορικών φαινομένων, προβάλλοντας τη δική της ιδεαλιστική αντίληψη για την ιστορία.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Karl_Popper.jpg
Karl Popper

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αυστριακός Popper, ο οποίος αρνείται την αιτιοκρατική σχέση των φαινομένων, αναδεικνύει ως κυρίαρχο νόμο διαμόρφωσης των κοινωνικών φαινομένων τη βούληση, ασκεί πολεμική στον ιστορικό υλισμό, αντιπαραθέτοντας τη «θεωρία των τριών κατηγοριών», δηλ των φυσικών φαινομένων, του ψυχικού κόσμου του υποκειμένου και των ιδεών, τις οποίες δε συνδέει με την υλική βάση της κοινωνίας.
Απέναντι σε αυτόν τον άκρατο ιδεαλισμό του Popper στάθηκε και ο αστός ιστορικός E.X Karr το 1960, αναδεικνύοντας την ανάγκη ερμηνείας των αιτιακών σχέσεων στο μακρο-ιστορικό επίπεδο και αμφισβητώντας τη δυνατότητα της ιστορικής εξέλιξης, μέσω των μικρών, αποσπασματικών αλλαγών.
Την ίδια περίοδο του μεταπολεμικού 20ου αι. και μέχρι και σήμερα σφοδροί πολέμιοι του ιστορικού υλισμού και λαμπροί εκπρόσωποι της αστικής διανόησης –που συγκροτούν το ρεύμα της λεγόμενης «Μετανεωτερικότητας»– θα επιδιώξουν, ιδιαίτερα μετά το ’90, να υπονομεύσουν τον επιστημονικό χαρακτήρα του ιστορικού υλισμού, καθιερώνοντας νέες αντιεπιστημονικές μεθόδους έρευνας σε όλο το χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, της τέχνης και της φιλοσοφίας.

Ζακ Ντεριντά

Εμβληματική μορφή αυτού του ρεύματος ο Γάλλος φιλόσοφος Ζακ Ντεριντά που υιοθετεί τις αρχές του σχετικισμού και αγνωστικισμού, αρνείται την αιτιοκρατία, το προτσές της ιστορικής εξέλιξης και αντιμετωπίζει με μερικότητα και αποσπασματικότητα τα ιστορικά γεγονότα, αναφερόμενος γενικώς στην αποδόμηση.

Βασίλης Κρεμμυδάς

Απέναντι σε αυτή τη μεταμοντέρνα σχολή στάθηκε και ο ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς, αρνούμενος τον κατακερματισμό των ιστορικών γεγονότων, την έλλειψη της ανάδειξης της αλληλουχίας τους και της αιτιακής τους σχέσης στο μακρο-ιστορικό επίπεδο.
Ωστόσο, την καταλυτική απάντηση σε αυτά τα ιδεαλιστικά ρεύματα δίδουν οι ιστορικοί που αντιμετωπίζουν τα ιστορικά γεγονότα από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού.

Helena Sheehan

Συγκεκριμένα, το 2007 σε συνέδριο, με θέμα «Η επίθεση στην επιστημονική ορθολογικότητα», που έγινε στο Δουβλίνο, η Helena Sheehan αντιπαρατέθηκε στους εκστασιασμένους οπαδούς του Ντεριντά, του Λιοτάρ, του Λακάν, οι οποίοι κηρύσσουν το θάνατο των επιστημονικών νόμων της αιτιοκρατικής σχέσης των φαινομένων και της συνολικής θεώρησής τους στο ιστορικο- κοινωνικό πλαίσιο της εξέλιξης. Υποστήριξε την ανάγκη προάσπισης των αρχών του ιστορικού υλισμού, απέναντι στον οποίο οι αντιεπιστημονικές, ιδεαλιστικές θεωρίες στέκονται εχθρικά, εξισώνοντάς τον με την τρομοκρατία.
Τι μένει λοιπόν ως δίδαγμα από όλους τους προαναφερόμενους ιδεαλιστικές ιστορικούς και φιλοσόφους; Ότι είναι αδύνατη η ερμηνεία των νόμων της οικοδόμησης των εκμεταλλευτικών κοινωνικών συστημάτων, αδύνατη η γνώση της αντικειμενικής αλήθειας και στο κοινωνικό επίπεδο ότι είναι αδύνατη η αφύπνιση και αντίσταση της εργατικής τάξης και των συμμαχικών της στρωμάτων σήμερα εναντίον του καπιταλισμού.
Λίγο ως πολύ οι παραπάνω αντιλήψεις διατρέχουν τα σημερινά προγράμματα των πανεπιστημίων και τα εγχειρίδια της ιστορίας στην εκπαίδευση, στη βάση μάλιστα των επιταγών του ιμπεριαλιστικού μηχανισμού της ΕΕ, όπως αυτές διαμορφώνονται με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και τη Λευκή βίβλο, που αποτελεί τη βάση για μια «νέα εκπαίδευση των ανοιχτών οριζόντων» της αστικής τάξης, στην κατεύθυνση και της ιδεολογικής της ηγεμονίας, μετά την κατάρρευση και των τελευταίων υπολειμμάτων του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το βιβλίο του Φουκουγιάμα : «Το τέλος της ιστορίας», βάσει του οποίου επιδιώκεται η απάλειψη από τον ιστορικό χάρτη του νόμου της ταξικής πάλης και του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης. Όλες οι συνθήκες της ΕΕ στη συνέχεια (Βερολίνο, Πράγα, Λισσαβώνα, και Αναθεωρημένη Λισσαβώνα, κλπ) στοχεύουν στην εξάλειψη και του τελευταίου ίχνους από τις κατακτήσεις του λαϊκού κινήματος στην εκπαίδευση, στην κατεύθυνση της επιβολής ενός νέου μοντέλου χρηστικής πληροφορίας, που θα υπηρετεί αποκλειστικά τις ανάγκες επιβολής των ανταγωνιστικών νόμων της αγοράς και θα επιτείνει τις κοινωνικές ανισότητες στη μόρφωση.
Ειδικότερα, στο επίπεδο της ιστορίας, της επιστήμης που –καθορισμένη από την οπτική του ιστορικού – μπορεί να αποτελέσει ιδεολογικό εργαλείο απροκάλυπτης προώθησης των μηνυμάτων της κυρίαρχης τάξης, η αναίρεση των θεμελιωδών κατακτήσεων της εργατικής τάξης διεθνώς, και στο εθνικό επίπεδο, η αντιδραστική αναθεώρηση της κεκτημένης ιστορικής αλήθειας και η στόχευση στην κατασκευή μιας «νέας αλήθειας», στην υπηρεσία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, φτάνει στα όρια της πρόκλησης τόσο της κοινής λογικής, όσο και της συλλογικής μνήμης.
Θα αναφερθούμε συγκεκριμένα στο σχολικό βιβλίο της Γ΄ Λυκείου Γενικής Παιδείας με τον τίτλο «Ιστορία του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου» (από το 1815 έως σήμερα). Η συγγραφή τού βιβλίου ανατέθηκε το 2007 στη συγγραφική ομάδα Κολιόπουλου, Σβολόπουλου, Ευ. Χατζηβασιλείου υπό την εποπτεία ομάδας κριτών, με επικεφαλής τον Αθανάσιο Βερέμη. Οι συγκεκριμένοι ιστορικοί συγκαλύπτουν τον επιτελικό τους ρόλο στην κατεύθυνση της ιδεολογικής χειραγώγησης της νεολαίας. Ωστόσο, στελεχώνουν όλους τους μηχανισμούς προώθησης της αστικής ιδεολογίας και επιβολής των προτύπων της, όπως είναι το ίδρυμα «Κ. Καραμανλή» (1983), το ΕΛΙΑΜΕΠ, δηλ το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής πολιτικής, (1994), η Μ.Κ.Ο που φέρει το όνομα «Ευρωπαϊκή Έκφραση» (1989) και δηλώνει μάλιστα ακομμάτιστη… Μέσω των παραπάνω ευαγών ιδρυμάτων: 1) εξοπλίζεται το οπλοστάσιο του ιδεολογικού επιτελείου της αστικής τάξης που διαμορφώνει την κοινή γνώμη στην κατεύθυνση των συμφερόντων της, 2) συγκαλύπτεται ο χειραγωγητικός τους ρόλος και προβάλλεται η ιδέα της «ουδέτερης ιστορικής γνώσης», 3) υπονομεύεται ο συνολικός χαρακτήρας της ιστορικής παιδείας, μέσω της πληροφοριοποίησης της ιστορικής γνώσης, 4) ξαναγράφεται η ιστορία από ένα επιτελείο διανοουμένων της κυρίαρχης τάξης, με στόχο την εκμηδένιση του ιστορικά απελευθερωτικού ρόλου της εργατικής τάξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Μαζάουερ που κυνικά υποστηρίζει στο πρόσφατο βιβλίο του «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασματών: ένα άλλο μέλλον χρειάζεται ένα άλλο παρελθόν».
Μάλιστα οι στόχοι αυτοί καθρεπτίζονται ακόμη και στον πρόλογο του βιβλίου του καθηγητή του βιβλίου της Γ΄ Λυκείου, που καθοδηγεί τη διδασκαλία του.
Σήμερα η ιστορία αξιοποιείται ως εργαλείο για την υπηρέτηση συγκεκριμένων πολιτικών σκοπών της κυρίαρχης τάξης. Με αυτήν την έννοια, δεν αποκρύπτει μόνο τις βασικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης, αλλά παράλληλα υποβάλλει μεθόδους σκέψης και έρευνας που καταργούν τα ερωτήματα στη σκέψη του μαθητή/τριας ακόμη και για τα αίτια των γεγονότων. Έτσι, δεν καταγράφεται στο βιβλίο του καθηγητή ως στόχος η αναζήτηση των αιτίων της αποικιοκρατίας. Καλούνται οι μαθητές να εστιάσουν μόνο στις συνέπειες. Επιδιωκόμενος στόχος δηλ είναι η απλή περιγραφή των γεγονότων, η μη αναζήτηση των βαθύτερων αιτίων που τα προκαλούν και η εστίαση στις συνέπειες. Κατ ΄αντίστοιχο τρόπο, σήμερα οι μαθητές που δοκιμάζονται από την οικονομική κρίση και την πολιτική που ισοπεδώνει τα δικαιώματά τους και καταργεί το μέλλον τους, δεν πρέπει να αναζητήσουν τα βαθύτερα αίτια της κρίσης και της συνακόλουθης αντιλαϊκής πολιτικής Καλούνται από το καθοδηγητικό επιτελείο του αστικού σχολείου να εστιάσουν στις συνέπειες, έτσι ώστε να νιώσουν ακόμη πιο δυσβάστακτες τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής που ακυρώνει τα δικαιώματά τους για μόρφωση, δουλειά και αξιοπρεπή ζωή, αφού δε θα διαθέτουν τη στοιχειώδη δυνατότητα αναγωγής στα αίτια και συνεπώς αντίστασης απέναντι στην πολιτική που παράγει τις οικονομικές κρίσεις και ισοπεδώνει τα λαϊκά δικαιώματα.
Παράλληλα, πρέπει να τονίσουμε ότι και όπου γίνεται αναφορά στα αίτια, η έννοια του αιτίου αλλοιώνεται. Γιατί δεν καλείται ο μαθητής/τρια να συλλάβει τα βαθύτερα αίτια της παραγωγής π.χ. του φαινομένου της αποικιοκρατίας στον 20ο αιώνα, να συνδέσει τη νέα αποικιοκρατία με το ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, με τις ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής σε αυτό το στάδιο του μονοπωλιακού κρατικού καπιταλισμού, ούτε με τις σχέσεις των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μεταξύ τους και με τις εξαρτημένες χώρες.
Ας δούμε συγκεκριμένα πώς προβάλλει την αποικιοκρατία το εν λόγω σχολικό βιβλίο στην ενότητα που έχει τίτλο «Η ΑΚΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ». Εδώ επιλέγεται η μέθοδος της αποσπασματικής πληροφορίας, (π.χ 1ο αίτιο: «η αναζήτηση αγορών και πρώτων υλών»). Εδώ δε διευκρινίζεται ποιος και γιατί αναζητεί πρώτες ύλες, ποιες σχέσεις επιβάλλει αυτός που τις αναζητεί στα κράτη από όπου θα αντλήσει τις πρώτες ύλες κλπ. Με αυτήν την έννοια, απλώς αναφέρονται οι λέξεις «αγορά» και «πρώτες ύλες», που περισσότερο συσκοτίζουν την πραγματικότητα, παρά επιτρέπουν στο μαθητή να αντιληφθεί τις ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και τους όρους αναζήτησης πρώτων υλών. Επίσης, αλλού, τη θέση του «αιτίου» παίρνουν ιδεολογήματα που κατασκευάζονται για να αποπροσανατολίσουν τους μαθητές (2ο αίτιο: «η πεποίθηση στην ανωτερότητα του δυτικού πολιτισμού και στο χρέος εξαγωγής των θεσμών του»). Εδώ, πέρα από τον εμφανή εμπαιγμό σχετικά με την ανωτερότητα του δυτικού πολιτισμού, ο ιστορικός δεν καταδέχεται να αναφέρει καν ποιος έχει αυτήν την πεποίθηση της ευεργετικής δήθεν επίδρασης της αποικιοκρατίας στους λαούς. Επιπλέον καλλιεργείται ο ιστορικός και κοινωνικός σκοταδισμός, όταν η «φιλανθρωπία» αναφέρεται ως αίτιο της αποικιοκρατίας. Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ οι αποικιοκράτες εκμεταλλευτές των λαών παρουσιάζονται ως «σωτήρες» τους, ως μεγάθυμοι και γενναιόδωροι ευεργέτες τους. Μάλιστα, μια σύνδεση με τη σύγχρονη ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε στη χώρα μας –όπου επιβάλλονται δεσμοί νέο-αποικιακού ελέγχου από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα της ΕΕ και του ΔΝΤ– οδηγεί τους μαθητές στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει όχι μόνο να μην αντιμετωπίζουν την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία εχθρικά, αλλά αντιθέτως να υποδέχονται τους επιτελείς της Τρόϊκας ως φιλάνθρωπους και ευεργέτες του χειμαζόμενου ελληνικού λαού.
Αντίστοιχα στο εν λόγω βιβλίο, στο κεφάλαιο στο οποίο γίνεται αναφορά στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο πουθενά δεν υπάρχει η λέξη αίτιο. Στη θέση της χρησιμοποιούνται οι λέξεις προβλήματα, φαινόμενα, συναισθήματα, προσδοκίες. Και πάλι χωρίς ιεράρχηση. Στο τέλος, όπως γράφεται στην αρχή, η Ευρώπη, με έναν τυχαίο υποθέτουμε τρόπο, (επανέρχεται το τυχαίο στην ιστορία), κατολίσθησε στην πολεμική περιπέτεια, το ξέσπασμα
της οποίας μάλιστα υποδέχτηκαν με ανακούφιση κάποιοι ιδεαλιστές, κάτι σαν Δον Κιχώτες της ηρωικής εποχής.
Πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτή η απροκάλυπτη και προκλητική μεσαιωνική αντίληψη για την ιστορία παρακολουθεί και την υποχώρηση της εργατικής τάξης στο επίπεδο του αδυσώπητου ταξικού πολέμου. Για το λόγο αυτό, αν συγκριθούν τα τωρινά σχολικά εγχειρίδια της ιστορίας με εκείνα που είχαν εκδοθεί στη δεκαετία του ’80, θα διαπιστώσουμε ότι σε αυτά δεν υπάρχει τόσο οφθαλμοφανής παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας.

Γιατί το κίνημα γνώριζε μια περίοδο ανάκαμψης μετά τη δικτατορία, έτσι ώστε να αποτυπώνονται κάποιες στοιχειώδεις κατακτήσεις του ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια. Έχουμε στο νου μας το παλιό βιβλίο της Γ΄ Λυκείου «Ιστορία νεότερη και σύγχρονη» των Σκουλάτου, Δημακόπουλου, Κόνδη. Σε αυτό το εγχειρίδιο δεν ισοπεδώνονται, τουλάχιστον, κάποιοι θεμελιώδεις ιστορικοί νόμοι, όπως είναι η αναφορά στις ταξικές αντιθέσεις και στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Και πάλι βέβαια οι περιορισμένες αυτές αναφορές δε γίνονται κάτω από το πρίσμα του ιστορικού υλισμού, ούτε αναλύονται οι ανταγωνιστικές σχέσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες δεν προσδιορίζονται καν ως τέτοιες. Ωστόσο, παρακολουθώντας την ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου στις βασικές μορφωτικές κατακτήσεις του λαϊκού κινήματος στο χώρο της εκπαίδευσης, απλώς επισημαίνουμε ότι οι συσχετισμοί των δυνάμεων, δηλ οι όροι διεξαγωγής του ταξικού πολέμου, καθορίζουν κάθε φορά και τους όρους επίθεσης της αστικής τάξης στην εργατική.
Η παρατήρησή μας δηλαδή επιβεβαιώνει στην πράξη ότι η ταξική πάλη είναι η μαμή της ιστορίας, είναι αυτή που καθορίζει κάθε φαινόμενο στο εποικοδόμημα.
Συνεπώς και η σημερινή υποχώρηση του πραγματικά αριστερού, ταξικού λαϊκού κινήματος οδηγεί στην αποκρουστική παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας, ώστε οι μαθητές μας να μη μάθουν και να μην εορτάσουν ποτέ την ημέρα της αντιφασιστικής νίκης των λαών (9 Μάη), που με απόφαση της ΕΕ μετατράπηκε σε ημέρα της Ευρώπης(!), σε μια περίοδο μάλιστα που η εγκληματική ναζιστική οργάνωση της Χρυσής Αυγής «τρίζει τα δόντια» της όχι μόνο στους μετανάστες και γενικώς κατατρεγμένους, αλλά ευθέως υπηρετεί τις ανάγκες της εγχώριας ολιγαρχίας, με την προβολή του αντικομμουνισμού.
Στην εποχή μας λοιπόν, που ο αντικομμουνισμός γίνεται σημαία της δημοκρατικής ΕΕ, ο πρωθυπουργός (Σαμαράς, Μάρτιος 2013) με επίσημες δηλώσεις του γίνεται στην Ελλάδα ο θεμελιωτής της αντιδραστικής θεωρίας των δυο άκρων, έτσι ώστε ο κομμουνισμός να εξισώνεται με το φασισμό, και οι λαϊκές διεκδικήσεις να βαφτίζονται τρομοκρατικές, με στόχο την ποινικοποίησή τους. Και η εξίσωση αυτή δεν αφορά μόνο τις δηλώσεις των πολιτικών προσώπων. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ τις προκλητικές, κυνικές, αντιδραστικές και εν τέλει αντιεπιστημονικές θέσεις ενός από τους προαναφερόμενους ιστορικούς- καθοδηγητές ς της νεολαίας, δηλ ενός από τους συγγραφείς του εν λόγω σχολικού εγχειριδίου, του Ευ. Χατζηβασιλείου, ο οποίος στα πλαίσια μιας εκδήλωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών δήλωσε: «(…) Η ακροδεξιά βία πηγάζει από την ακροαριστερή βία, όπως εκδηλώθηκε το Δεκέμβρη του 2008 και στα γεγονότα της Marfin. Για την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής χρειάζεται αυτοσυγκράτηση. Όχι να βγούμε στους δρόμους, αλλά να συγκροτήσουμε ένα μέτωπο μετριοπάθειας. Αλλιώς θα την ενισχύσουμε, όπως το NSDAP ενισχύθηκε από τη στάση του ΓΚΚ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει τους κατάλληλους μηχανισμούς για την καταπολέμηση της ακροδεξιάς βίας (…)».
Αυτές οι αντιδραστικές θέσεις δεν είναι καινοφανείς. Ο Χατζηβασιλείου θεωρεί πηγή του φασισμού την άκρα αριστερά, ενώ κάνει εκκλήσεις μετριοπαθούς αντιμετώπισης της εγκληματικής ναζιστικής Χ.Α. Τέτοιο είναι το επιστημονικό βάθος και το κοινωνικό ήθος του διανοούμενου που διαπαιδαγωγεί τη νεολαία.
Αντί απάντησης επιλέγουμε τη θέση του ιστορικού Ε.Χ. Καρρ το 1961, με την οποία ξεσκέπαζε την υποκρισία και την επικίνδυνα αντιδραστική άποψη των σύγχρονών του ιστορικών, που είχαν αντίστοιχο επιτελικό ρόλο στην κατεύθυνση την ιδεολογικής χειραγώγησης των λαϊκών στρωμάτων: «Οι συνταγές των πολιτικών και οικονομικών μας φωστήρων δεν έχουν τίποτα άλλο να μας προσφέρουν παρά την προειδοποίηση να δυσπιστούμε σε ριζοσπαστικές και μακρόπνοες ιδέες, να αποφεύγουμε καθετί που μυρίζει επανάσταση και να προχωρούμε, αν είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε, όσο γίνεται πιο αργά και προσεκτικά».
Τα γενικά χαρακτηριστικά της συγγραφής του σχολικού εγχειριδίου είναι οι ασάφειες, οι υπαινιγμοί και οι αοριστίες, ο συνειρμικός λόγος, η υποδηλωτική λειτουργία της γλώσσας, ακόμη και προβλήματα αλληλουχίας, σε συνδυασμό με την αποσπασματικότητα, την εξαφάνιση της ιεράρχησης των αιτίων, δεν είναι αδυναμίες λόγου. Πρόκειται για συμπτώματα της συνειδητής προσπάθειας να περάσει η ιστορία σε αντιεπιστημονικά – ιδεαλιστικά πεδία διαισθητικής προσέγγισης και όχι απόδειξης, για τους λόγους που εκθέσαμε παραπάνω. Παρενθετικά να πούμε ότι τα ίδια, πάνω κάτω, χαρακτηριστικά έχει και η …εκλαϊκευμένη «ιστορική» αφήγηση –δραματοποίηση των τηλεοπτικών σειρών τύπου «1821» του ΣΚΑΪ ή τα δραματοποιημένα ντοκυμαντέρ του History Channel κλπ.
Μερίδιο ευθύνης για την υπεράσπιση των επιστημονικών αρχών της ιστορικής διδασκαλίας και των ιστορικών κατακτήσεων της εργατικής τάξης αναλογεί στο σημερινό και αυριανό δάσκαλο. Η δυνατότητα όμως να το αναλάβει θα εξαρτηθεί από το δυνάμωμα ή όχι ενός ταξικού κινήματος στην παιδεία που θα αντιπαλέψει το σκοταδισμό, συνδέοντας τη θεωρία με την πράξη και την πράξη με τη θεωρία.
Σ’ αυτόν τον ανηφορικό δρόμο εμείς έχουμε ως οδοδείκτη τη λαγαρή, τίμια και συνάμα επιστημονική σκέψη των μεγάλων δασκάλων, που με το έργο και τον ανυποχώρητο αγώνα τους στο καμίνι της ταξικής πάλης και ιδεολογικής διαπάλης ανέδειξαν και στην πράξη απέδειξαν ότι η ιστορική αλήθεια της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης στον αγώνα για την απελευθέρωση τού ανθρώπου από τα καπιταλιστικά δεσμά δεν παραχαράσσεται, δεν αλλοιώνεται, δεν ανασκευάζεται από εντεταλμένους κονδυλοφόρους, γιατί είναι ζωντανή στη μνήμη του αγωνιζόμενου λαού και τροφοδοτεί σαν ανεξάντλητη πηγή τη σκέψη και τη δράση του.
Απέναντι λοιπόν στον υπνωτισμό και το σκοταδισμό των απολογητών της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής θηριωδίας και καπιταλιστικής βαρβαρότητας, ας αντιτάξουμε το φωτεινό παράδειγμα των πρωτοπόρων αγωνιστών δασκάλων, του Γληνού, του Βάρναλη, της Ιμβριώτη, της Αλεξίου. Απέναντι στους παραχαράκτες της ιστορικής αλήθειας και τους οικοδόμους τους
σύγχρονου σκοταδισμού αντιτάσσουμε το «κατηγορώ» του ποιητή:
«Γανιάσατε, δάσκαλοι, να ξεμάθω
να ‘μαι εγώ,
να σκέφτομαι, να θέλω
»
Ολοκληρώνουμε αυτή τη σύντομη αναφορά με την πεποίθηση του ίδιου ποιητή:
«Δεν μπόρεσε η σπουδή να με χαλάσει
αντέξανε σαρκίο, ψυχή και γνώση
».

Ζαμπία Παπαδάκη – Αρετή Σπαχή

πηγή: Αντιτετράδια, τ. 123

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το