Στις 30 Οκτωβρίου 1944 ο ΕΛΑΣ απελευθερώνει τη Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς κατακτητές. Επί δυόμισι ώρες οι ΕΛΑΣίτες παρήλαυναν περήφανοι στους δρόμους της ελεύθερης Θεσσαλονίκης, ενώ ο λαός τους έραινε με λουλούδια.

Η επέτειος της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τα ναζιστικά στρατεύματα –μια στιγμή που ανάσαναν με ανακούφιση, όχι όλοι αλλά, σίγουρα η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης, όσοι δηλ. είχαν επιζήσει της πείνας, των εκτελέσεων και, βεβαίως, της εξόντωσης των Εβραίων στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς– περνάει σχεδόν απαρατήρητη για τις Αρχές, αλλά και για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της πόλης.

Είναι, βλέπετε, που την αποχώρηση της Βέρμαχτ διαδέχτηκε η είσοδος στην πόλη των τμημάτων του ΕΛΑΣ, ε, ακολούθησε αργότερα ο Εμφύλιος, το μετεμφυλιακό κράτος, η Χούντα με όλο το βάρος της κρατικής και παρακρατικής εθνικοφροσύνης κι ούτε η, πανταχόθεν βαλλόμενη από τους κοντυλοφόρους του μνηνομιακού μονόδρομου, Μεταπολίτευση δεν μπόρεσε να βγάλει την 30η Οκτωβρίου 1944 από μια κατάσταση οριακής αναγνώρισης, αν όχι σχεδόν παντελούς λήθης.

Στις αρχές του Σεπτεμβρίου 1944 ήταν πλέον ολοφάνερο ότι οι γερμανικές δυνάμεις θα αποχωρούσαν από την Ελλάδα. Ήδη από το καλοκαίρι είχαν μαζευτεί στη Θεσσαλονίκη, για λόγους ασφαλείας, οι ηγέτες των κυριότερων δωσιλογικών οργανώσεων της Μακεδονίας. Ο Γ. Πούλος, ο οποίος μάλιστα οχύρωνε το σπίτι του (Π. Μελά 32 και Γρ. Παλαμά) ζητώντας από τον Δήμο να καλύψει τα έξοδα, ο Κισά Μπατζάκ (Κυρ. Παπαδόπουλος) από τον Κούκο Κατερίνης, συνοδευόμενος από τον Ξενοφώντα Γιοσμά κ.ά. Τον Σεπτέμβριο πολλοί συνεργάτες των ναζί αναχωρούν, σιδηροδρομικώς ή αεροπορικώς, για τη Γερμανία συναποκομίζοντας και πολλά από τα περιουσιακά στοιχεία που τους απέφερε αυτή η συνεργασία.[1]

Κι ενώ το Ελληνικό Εθελοντικό Σώμα του Πούλου θα υποχωρήσει με τις υπόλοιπες δυνάμεις της Βέρμαχτ για να συνεχίσει να πολεμά μέχρι την άνοιξη του 1945 στη Σλοβενία και την Αυστρία, ο Εθνικός Ελληνικός Στρατός (ΕΕΣ) του Κισά Μπατζάκ, η Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης του Αντώνη Δάγκουλα κι άλλες ομάδες ταγματασφαλιτών, αφού εξαπέλυσαν ένα τελευταίο όργιο τρομοκρατίας (όπως τα μπλόκα της Καλαμαριάς, 13.8, και της Κάτω Τούμπας, 24.9),[2] προσπαθούν να ελιχθούν και να χρισθούν… «αντιστασιακοί» εντασσόμενοι στον ΕΔΕΣ. Ο Κισά Μπατζάκ σε επιστολή του στον Αντών Τσαούς (Αντ. Φωστερίδη), στις 8.9.1944, έγραφε: «Είμαστε όλοι στην πραγματικότητα παιδιά του ΕΔΕΣ και το Δ που μας λείπει από τον ΕΕΣ ελπίζουμε με τη βοήθειά σας να το προσθέσουμε το ταχύτερο».[3] Τόσο ο Δάγκουλας, όσο κι ο Κισά Μπατζάκ έρχονται και σε συνεννοήσεις τον νέο γενική διοικητή Μακεδονίας Αθ. Χρυσοχόου, κατόπιν τα μέλη των ομάδων τους φορούν (αυτοβούλως) πηλήκια του ΕΔΕΣ κι ως τις 20.10 αποχωρούν από τη Θεσσαλονίκη και συγκεντρώνονται λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, στο χωριό Άγιος Αθανάσιος.[4] Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Τομανάς: «Λίγες μέρες πριν φύγουν οι γερμανοί από την πόλη μας, οι ταγματασφαλίτες του Πούλιου, του Δάγκουλα, του Βήχου και του Κισά Μπατζάκ συναθροίστηκαν στην πλατεία Αγίας Σοφίας και, “υπό τας ευχάς των ιερέων των ταγμάτων”, ορκίστηκαν να πολεμήσουν ως το τέλος τους “κομουνιστουλάρ”.

Μόλις τελείωσε η τελετή, οι ταγματασφαλίτες δια της Εγνατίας και της οδού Μοναστηρίου πήραν τον δρόμο για το Κιλκίς»[5] (για την ακρίβεια, στο Κιλκίς κατέληξαν μετά την παραμονή τους στον Αγ. Αθανάσιο).

Θεσσαλονίκη, 30 Οκτωβρίου 1944, Πλατεία Αγίας Σοφίας, παρέλαση ΕφεδροΕΛΑΣιτών

Οι κινήσεις κι οι ελιγμοί των ταγματασφαλιτών θα διευκολύνονταν, αν η Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ (που είχε στρατιωτικό διοικητή τον υποστράτηγο Ευρ. Μπακιρτζή, καπετάνιο τον Μ. Βαφειάδη και επιτελάρχη τον αντισυνταγματάρχη πυροβολικού Κ. Λαγγουράνη)[6] υπάκουε στον σχετικό όρο της Συμφωνίας της Καζέρτας που απαγόρευε την είσοδο των μονάδων της στην περιοχή μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα.[7] Από τα μέσα Οκτωβρίου δυνάμεις του εφεδρικού ΕΛΑΣ έλεγχαν ουσιαστικά την Άνω Πόλη (το αρχηγείο του είχε εγκατασταθεί στη βίλα Μοσκώφ, στην πλατεία Τερψιθέας),[8] καθώς και τους περισσότερους περιφερειακούς προσφυγικούς συνοικισμούς έχοντας μάλιστα αφοπλίσει τους σταθμούς χωροφυλακής που υπήρχαν σ’ αυτές τις συνοικίες, ιδιαίτερα μετά την επιτυχή απόκρουση της τελευταίας επίθεσης των Ταγμάτων Ασφαλείας στην περιοχή της Νέαπολης, της Βάρνας και των Συκιών (16.10), ενώ δυνάμεις της ΧΙ μεραρχίας (που είχε δύναμη περίπου 3.000 μαχητές και στρατιωτικό διοικητή τον συνταγματάρχη ιππικού Ι. Παπαθανασίου, καπετάνιο τον Γ. Λασάνη και επιτελάρχη των λοχαγό πεζικού Θ. Κάρλο)[9] πλησιάζουν στην πόλη από τη Χαλκιδική.[10]

Θεσσαλονίκη, 30 Οκτωβρίου 1944, περνούν οι ΕΠΟΝίτες.
Θεσσαλονίκη, 30 Οκτωβρίου 1944, περνούν οι ΕΠΟΝίτες

Τις τεταμένες κι ελπιδοφόρες ημέρες του δεύτερου δακεπενθημέρου περιγράφει κι ο, έγκλειστος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Παύλου Μελά, Λεωνίδας Γιασημακόπουλος στο ημερολόγιο του. «Κυριακή 15/10/44 […] Ευτυχώς η απελευθέρωσις της Ελλάδος προχωρεί. Σήμερα, μετά τας Αθήνας ανηγγέλθη η απελευθέρωσις της Κερκύρας. Φαίνεται ότι η Θεσσαλονίκη θα μείνη στο τέλος […] Αι ανατινάξεις συνεχίζονται. […] Χθες μπροστά στην αγορά Μοδιάνο έκαψαν ένα αυτοκίνητο γεμάτο αρβύλες καινούργιες. Επίσης στον Σταθμόν έκαψαν τέσσαρα βαγόνια γεμάτα πανί κάμποτ […] Δευτέρα 16/10/44 […] Κατά τας 8:30 εσημάνθη συναγερμός […] Έτσι διαψεύσθη η προχθεσινή διάδοσις ότι η πόλις εκηρύχθη ανοχύρωτος. Μόλις έληξεν ο συναγερμός ηκούσθησαν συνεχείς πυροβολισμοί από την Νεάπολιν. Όσον προχωρεί η ημέρα, τόσον στην Νεάπολιν η κατάστασις λαμβάνει μορφήν μάχης. Από μακρυά διακρίνομεν ομάδας δύο-δύο, τριών-τριών να προχωρούν προσεκτικά. Φαίνεται ότι επιχειρούν εκκαθάρισν του εδάφους. Φυσικά οι εκκαθαρισταί είναι οι Εαμίται και εκκαθαριζόμενοι οι Ταγματατζήδες […] Χωρίς τι οριστικόν βαυκαλιζόμεθα ότι έως την Τετάρτην θα απολυθώμεν. Μάθαμε ότι δι’ όλης της ημέρας η αγορά Θεσσαλονίκης ήτο κλειστή και δεν έπαυσαν οι συμπλοκαί μεταξύ Ε.Α.Μ. και Ταγμάτων […] Το βραδάκι έμεινα έξω, έως τας 6:30 ακούονται ζωηραί αι ζητωκραυγαί της Νεαπόλεως. Οι κατισχύσαντες Εαμίται διασκεδάζουν. Το ευχάριστον ότι οι Γερμανοί είναι απαθείς θεαταί και οι δικοί μας δεν ενοχλούν καθόλου τους Γερμανούς […] Το ψωμί σήμερα πωλήθηκε στην φυλακήν τρία δισεκατομμύρια […] Τρίτη 17/10/44 […] Στην Νεάπολιν επικρατεί το Ε.Α.Μ. Ομοίως στην Τούμπαν και Χαριλάου. Στην λοιπήν Θεσσαλονίκην ακόμη τα Τάγματα […] Έχουν συγκεντρωθή αυτοκίνητα, προβολείς και ένα σωρό οχήματα του Στρατού στο στρατόπεδόν μας και Γερμανοί πολλοί. Φαίνεται απ’ εδώ θ’ αρχίσουν να γκρεμοτσακίζωνται. Ο Θεός να δώση! […] Τετάρτη 18/10/44 […] Πέρασε η ημέρα χωρίς να πραγματοποιηθή η ελπίς περί της ομαδικής απολύσεώς μας. Απελύθησαν μαζύ με τους πρωινούς εν όλω εννέα και απέδρασεν ο μικρός Δημήτριος Γιαμούρας εκ Διδυμοτείχου. Έτσι η δύναμις της φυλακής κατήλθεν εις 185. Μετεδόθη έξωθεν η πληροφορία ότι είκοσι δύο επιτροπαί εκ διαφόρων κοινωνικών τάξεων παρουσιάσθηκαν στον Μητροπολίτην και μετ’ αυτού στον Γενικόν Διοικητήν Χρυσοχόου δια την απόλυσιν μας. Πάντως δεν είναι απίθανο να μείνωμεν και ολόκληρον τον μήνα Οκτώβριον μέσα, εκτός εάν γκρεμοτσακισθούν και φύγουν οι Γερμανοί […] στας 10 μ.μ. επλάγιασα με την ελπίδα ότι η είδησις περί επικειμένης καταλήψεως της Θεσσαλονίκης υπό του Μπακιρτζή με τρεις μεραρχίας θα αληθεύση […] Πέμπτη 19/10/44 […] Δυστυχώς η ημέρα σήμερα δεν άρχισε καλά, διότι μια γερμανική κλούβα με έξι Γερμανούς με αυτόματα […] όλοι της G.F.P. [= Geheime Feldpolizei, Μυστική Αστυνομία Στρατού], μετέφεραν επτά νέους συλληφθέντας στις Συκιές Θεσσαλονίκης. Εκεί δηλαδή που περιμέναμε να απολυθούμε αυτοί φέρνουν καινούργιους […] Παρασκευή 20/10/44. Το παρόν σημείωμα το γράφω ελεύθερος […] ήκουσα τη ραδιοφωνική εκπομπή του Λονδίνου. Από παντού οι Γερμανοί τσακίζονται. Και απ’ εδώ φεύγουν και με ταχύν ρυθμόν. Η οργάνωσις του Ε.Α.Μ. όλο και επεκτείνει την κατοχήν της μέσα στην πόλιν».[11]

Μπορεί οι έγκλειστοι του Π. Μελά να ελπίζουν στις «μεραρχίες του Μπακιρτζή», αυτές όμως τις ελπίδες δεν συμμερίζονται διάφοροι εθνικόφρονες, με επικεφαλής τον γενική διοικητή Χρυσοχόου. Η επιστροφή των ταγματασφαλιτών μοιάζει να είναι η δική τους ελπίδα. Στις 26.10 ο υπολοχαγός Στ. Πέτροβας κι ο επίλαρχος Βασ. Ζωάκος, που βρίσκονται στον Άγιο Αθανάσιο, όπου έχουν στρατωνιστεί οι ταγματασφαλίτες μετά την αποχώρησή τους από την πόλη, στέλνουν τηλεγράφημα στο αρχηγείο του ΕΔΕΣ Μακεδονίας. «Την 23ην τρέχοντος ελάβομεν εντολήν παρά του κ. Υπουργού Γενικού Διοικητού Μακεδονίας Συν/χου Ιππικού Χρυσοχόου Αθανασίου να έλθωμεν εις επαφήν μετά των ανεγνωρισμένων τμημάτων του ΕΔΕΣ ίνα ανακοινώσωμεν ότι Εθνική ανάγκη επιβάλλει το ταχύτερον να σπεύσωσι προς κατάληψιν της πόλεως Θεσσαλονικης ήτις ευρίσκεται ουσιαστικώς υπό Κομμουνιστικήν κατοχήν από εβδομάδος […] Ο Λαός της Θεσ/νίκης αναμένει με ανυπομονησίαν την είσοδον των Τμημάτων του ΕΔΕΣ προς απελευθέρωσιν της πόλεως από την κομμουνιστικήν τυραννίαν […] Γενικώς η κατάστασις της πόλεως είναι οικτρά διατελούσα υπό των Κουμμουνιστών πέλμα της εκδικήσεως και της αρπαγής, η δε μείζων και υγιά μερίς του Ελληνικού πληθυσμού της πόλεως ζητεί την απολύτρωσίν του». Ως ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης κατάληψης της πόλης από τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ και των ταγματασφαλιτών ορίζεται η 28.10.[12]

Είναι όμως, ήδη, αργά. Εκτός από τις συγκρούσεις στις γειτονιές, το ΕΑΜ οργανώνει μαζικές συγκεντρώσεις για την 26η και την 28η Οκτωβρίου τόσο στο κέντρο, στην πλατεία Αγίας Σοφίας όσο και στις συνοικίες.[13] Στην συγκέντρωση, μάλιστα, της 28.10 στο σχολείο του Αγ. Θεράποντος (Κάτω Τούμπα) θα μιλήσει κι ο πρόσφατα αποφυλακισμένος Λεων. Γιασημακόπουλος.[14] Το ίδιο βράδυ δυνάμεις του τακτικού ΕΛΑΣ εισέρχονται στις περιοχές Χαριλάου, Τούμπας και Άνω Πόλης. Την επόμενη μπαίνουν στη Νεάπολη και παίρνουν θέσεις ακόμα και σε σημεία του κέντρου. Η προτελευταία μέρα του Οκτώβρη είναι η τελευταία της γερμανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Θεσσαλονίκη. Ομάδες σαμποτέρ ανατινάζουν την Εφορεία Υλικού Πολέμου (στην περιοχή των σημερινών δικαστηρίων) και εγκαταστάσεις στο Τελωνείο (το σημερινό επιβατικό σταθμό στο λιμάνι). Προσπαθούν να καταστρέψουν και το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος (τις σημερινές εγκαταστάσεις της ΔΕΗ στην Αγ. Δημητρίου) και τους αλευρόμυλους Αλλατίνι. Αμφότερες τις πολύτιμες εγκαταστάσεις διασώζει η παρέμβαση μαχητών του εφεδρικού, κυρίως, ΕΛΑΣ που με σύντομες αψιμαχίες αναχαιτίζουν τις μικρές γερμανικές δυνάμεις. Γύρω στις δυο με τρεις μετά το μεσημέρι όλη η Θεσσαλονίκη έχει ελευθερωθεί.[15] Οι δυνάμεις της χωροφυλακής είχαν οχυρωθεί στο κτίριο της ΧΑΝΘ, αλλά τελικά παραδόθηκαν.[16] Το ίδιο κτίριο θα έχει ως έδρα η νέα δημοτική αρχή που διόρισε το ΕΑΜ με επικεφαλής τον καθηγητή Δημήτρη Καββάδα.[17]

Επίκεντρο των πανηγυρισμών ήταν και πάλι η πλατεία Αγ. Σοφίας, όπου μπροστά στην είσοδο του περιβόλου της εκκλησίας τις αμέσως επόμενες μέρες στήθηκε ένα μνημείο των εκτελεσθέντων, το οποίο κατέστρεψαν «άγνωστοι» τον Φεβρουάριο του 1945, μετά τη Βάρκιζα.[18] Την προσέλευση θυμάται ο Γιώργος Ιωάννου: «Εκεί κατέληγαν όλα τα αφρισμένα ποτάμια. Από την οδό Αγίας Σοφίας κατέβαιναν σαρώνοντας τις γειτονιές τα παιδιά του Κουλέ Καφέ, του Αγίου Παύλου, της Ακρόπολης, της Κασσάνδρου. Το Τσινάρι, Εσκί-Ντελίκ, Προφήτης Ηλίας, Διοικητήριο κατέβαιναν τη Βενιζέλου […] Από το Βαρδάρι πάλι ερχόταν ξυπόλυτη, ρακένδυτη, πειναλέα, σπαρταρώντας από ενθουσιασμό, η Ραμόνα, η Επτάλοφος, ο Παλιός Σταθμός, η Νεάπολη, η Σταυρούπολη, ενώ αντίθετα από τα ανατολικά κατέφθαναν μέσα στη σκόνη και τον αλαλαγμό με τρομπέτες, παντιέρες, λάβαρα και χωνιά η Τούμπα, η Αγία Φωτεινή, η Ευαγγελίστρια, η Τριανδρία, ακόμη και η μακρινή Καλαμαριά […] Μια καθυστερημένη διαδήλωση πλησίαζε από τα βάθη της Εγνατίας, το ανταριασμένο Βαρδάρι. Θά ‘ταν καμιά διακοσαριά σκελετωμένοι και κουρελήδες. Έμοιαζαν κρατούμενοι από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Κραύγαζαν ξέφρενα, φανατικά, κουνούσαν τη γροθιά με τόση ορμή που νόμιζες πως θα τους φύγει προς τον ουρανό το χέρι. Τεράστιες παντιέρες, ολοκόκκινες καμωμένες από αλεξίπτωτα γερμανικά χάιδευαν τα κουρεμένα κεφάλια».[19]

Παραπομπές:

[1] Στράτος Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων: Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη, 1941-1944, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 443-450.

[2] Στρ. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων…, ό.π., σ. 309

[3] Στέφανος Σαράφης, Άπαντα, τόμος Α΄: Ο ΕΛΑΣ, Σύγχρονο Βιβλίο, Αθήνα 1964, σ. 409.

[4] Στρ. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων…, ό.π., σ. 473-475.

[5] Κώστας Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1921-1944), Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 253.

[6] Στέφ. Σαράφης, Άπαντα, τόμος Α΄: Ο ΕΛΑΣ, ό.π., σ. 418.

[7] Γεράσιμος Αυγερόπουλος (επ.), Στ’ άρματα! Στ’ άρματα! Ιστορία της εθνικής αντίστασης, τόμος Β΄, Γιαννίκος, Αθήνα 1964, σ. 177-178· Κ. Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1921-1944), ό.π., σ. 254.

[8] Κ. Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1921-1944), ό.π., σ. 254.

[9] Στέφ. Σαράφης, Άπαντα, τόμος Α΄: Ο ΕΛΑΣ, ό.π., σ. 418.

[10] Γερ. Αυγερόπουλος (επ.), Στ’ άρματα! Στ’ άρματα!…, ό.π., σ. 179-182.

[11] Γιώργος Καφταντζής (επ.), Το ναζιστικό στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης 1941-1944 όπως το έζησε και το περιγράφει στο ημερολόγιό του ένας όμηρος ο Λεωνίδας Γιασημακόπουλος, τόμος ΙΙ, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 317-327.

[12] Στρ. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων…, ό.π., σ. 480-483.

[13] Γερ. Αυγερόπουλος (επ.), Στ’ άρματα! Στ’ άρματα!…, ό.π., σ. 180-182.

[14] Γ. Καφταντζής (επ.), Το ναζιστικό στρατόπεδο Παύλου Μελά…, ό.π., σ. 329-330.

[15] Γερ. Αυγερόπουλος (επ.), Στ’ άρματα! Στ’ άρματα!…, ό.π., σ. 182-184· Στέφ. Σαράφης, Άπαντα, τόμος Α΄: Ο ΕΛΑΣ, ό.π., σ. 504· Κ. Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1921-1944), ό.π., σ. 254.

[16] Γερ. Αυγερόπουλος (επ.), Στ’ άρματα! Στ’ άρματα!…, ό.π., σ. 184.

[17] Κ. Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1921-1944), ό.π., σ. 254-256.

[18] Γιώργος Αναστασιάδης, Το παλίμψηστο του αίματος: Πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις στη Θεσσαλονίκη (1913-1968), Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 177.

[19] Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, όπως παρατίθεται στο Χρίστος Ζαφείρης, Θεσσαλονίκης τοπιογραφία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 82-83.

Γιάννης Γκλαρνέτατζης

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το