του Ανδρέα Κοσιάρη

Στα γυμνά έδρανα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μίλησε προχθές ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με τη συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωβουλευτών να μην παρίστανται στην ομιλία του. Όμως η γύμνια που φάνηκε περισσότερο ήταν αυτή των επιχειρημάτων του στην κριτική που δέχτηκε από τους παριστάμενους για την κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου στη χώρα και τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου στα σύνορά της.

Ο Μητσοτάκης επέλεξε για την ομιλία του την ημέρα της επετείου του δημοψηφίσματος του 2015, σε μία προσπάθεια να εκμεταλλευτεί επτά χρόνια μετά τον τρόμο που είχε δημιουργήσει στο ευρωπαϊκό γραφειοκρατικό οικοδόμημα εκείνη η ηχηρή απόφαση του ελληνικού λαού. Επιχείρησε να παρουσιάσει μια ειδυλλιακή εικόνα της χώρας επί διακυβέρνησής του, σε πλήρη αντίθεση με όσα ζουν και βλέπουν οι πολίτες της.

Όμως όταν ήρθε η ώρα για τις τοποθετήσεις των παριστάμενων ευρωβουλευτών, ο πρωθυπουργός φάνηκε να νομίζει πως απευθύνεται στο ελληνικό κοινοβούλιο, χρησιμοποιώντας τα ίδια θεατρινίστικα «επιχειρήματα».

Στην τοποθέτηση του ευρωβουλευτή της φιλελεύθερης ομάδας του Renew Europe, Μαλίκ Αζμάνι, για την εξασθένιση της ελευθερίας του Τύπου στη χώρα, ο Μητσοτάκης επανέλαβε ουσιαστικά όσα έχει πει και στην Ελλάδα για το ίδιο ζήτημα. Σήκωσε δύο εκτυπωμένα πρωτοσέλιδα της Αυγής και της Δημοκρατίας, σε μία προσπάθεια να αποδείξει ότι στην Ελλάδα «ο καθένας μπορεί να γράφει ό,τι θέλει», χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι αυτός ο θεατρινισμός του δεν αποδεικνύει αυτά που νομίζει ότι αποδεικνύει.

Τα ζητήματα που ρίχνουν την Ελλάδα στον πάτο της ελευθερίας του Τύπου στις εκθέσεις διεθνών οργανισμών δεν είναι η ύπαρξη ή μη αντιπολιτευόμενου τύπου, αλλά η υπερσυγκέντρωση ΜΜΕ στα χέρια ολιγαρχών με διασυνδέσεις με την πολιτική εξουσία, ο έλεγχος των δημόσιων ΜΜΕ από την κυβέρνηση, οι νομικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης όπου επιχειρείται η ποινικοποίηση δημοσιεύσεων με το ασαφές πρόσχημα της «καταπολέμησης των fake news», το αδιαφανές μοίρασμα δημοσίων κονδυλίων σε φιλικά ΜΜΕ και η ασφάλεια των δημοσιογράφων, που απειλούνται με δολοφονίες και διώξεις και στοχοποιούνται από τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Σε όλα αυτά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει απάντηση. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σηκώνει πρωτοσέλιδα, σαν να λέει «κοιτάξτε, αφού δεν έχω κλείσει τον αντιπολιτευόμενο τύπο, όλα είναι καλά». Και, ίσως σε ένδειξη του πανικού που προκαλεί η ένδεια επιχειρημάτων, να μπερδεύει (αν και «άριστος» γνώστης της αγγλικής) την ελληνική με την αγγλική σημασία της λέξης «συκοφάντης» — στα αγγλικά, sycophant είναι ο κόλακας και όχι αυτός που διαβάλλει.

Ακόμα πιο γυμνός φάνηκε ο πρωθυπουργός όταν επιχείρησε να απαντήσει στην τοποθέτηση της ευρωβουλέυτριας των Πρασίνων, Τίνεκε Στρικ, που έστρεψε τα βέλη της εναντίον του για τις υποθέσεις των επαναπροωθήσεων στα ελληνικά σύνορα και της αντιμετώπισης προσφύγων και μεταναστών στη χώρα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε μια επανάληψη του (μη) επιχειρήματος «για όλα φταίει η Τουρκία», κάνοντας μάλιστα και μία συγκλονιστική παραδοχή των παρανομιών των ελληνικών αρχών. «Όταν μιλάτε για επαναπροωθήσεις, θα σας προέτρεπα να σκέφτεστε περισσότερο τον όρο “προωθήσεις” (“push-forwards”), παρά “επαναπροωθήσεις” (“push-backs”)», είπε και συνέχισε το τροπάρι για την «τουρκική προπαγάνδα που λέει ότι [η Τουρκία] δεν έχει κανέναν ρόλο σε ό,τι συμβαίνει και ότι οι Έλληνες συμπεριφέρονται απάνθρωπα στο ζήτημα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων».

Όμως κανείς δεν λέει πως η Τουρκία «δεν έχει κανέναν ρόλο σε ό,τι συμβαίνει». Οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λένε ότι ασχέτως του τι κάνει η Τουρκία, η Ελλάδα έχει δεσμεύσεις απέναντι στους ανθρώπους που φτάνουν στο έδαφος και τα χωρικά της ύδατα, δεσμεύσεις τις οποίες καταστρατηγεί ευθέως και απάνθρωπα. Η Ελλάδα κατηγορείται ότι απαγάγει ανθρώπους, ότι τους βασανίζει, του ληστεύει, τους ξυλοκοπεί ή και τους πετά στη θάλασσα με ελάχιστα ή καθόλου μέσα επιβίωσης. Ό,τι και να κάνει η Τουρκία, δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολόγηση για την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις ελληνικές αρχές. Και βέβαια, τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως «ασφαλούς χώρας» για τους πρόσφυγες, δεν τον έχουν κάνει οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των προσφύγων — τον έχει κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ελληνικό κράτος, που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στη βία και τις συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων στην Τουρκία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ντράπηκε επίσης να χρησιμοποιήσει το παράδειγμα του 19χρονου Ιρανού πρόσφυγα Κουρός Νουρμοχαμάντι, που αρίστευσε στις πανελλαδικές εξετάσεις, ως δείγμα της «θεώρησης της ελληνικής κυβέρνησης για τη διαδικασία ενσωμάτωσης των ανθρώπων που έφτασαν στις ελληνικές ακτές». Δεν είπε, βέβαια, τι θα γινόταν αν ο Κουρός έφτανε σήμερα στις ελληνικές ακτές, κι όχι το 2019, όταν τα περιστατικά επαναπροωθήσεων ήταν σαφώς λιγότερα.

πηγή: infowar.gr

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το